⏱ Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 1 λεπτά ανάγνωσης

ρεπορτάζ: Πέτρος Νικολάου
Τέσσερις αφίξεις σε τρεις ημέρες στα νότια παράλια του Λασιθίου, 8.552 άνθρωποι στην Κρήτη σε ένα εξάμηνο, και μια ακτοφυλακή που περιπολεί 70 μίλια από τη Γαύδο χωρίς να ανήκει σε αναγνωρισμένο κράτος. Το Ράδιο Λασίθι ακολουθεί την αντίστροφη διαδρομή μιας βάρκας, από μια παραλία της Ιεράπετρας μέχρι το παζάρι του Τομπρούκ, για να δείξει ποιος πραγματικά ανοιγοκλείνει τη στρόφιγγα των ροών.
Τη νύχτα που πέρασε, 58 άνθρωποι, ανάμεσά τους μια ετοιμόγεννη γυναίκα, εντοπίστηκαν νότια της Ιεράπετρας. Ήταν η τέταρτη άφιξη σε τρεις ημέρες στα νότια παράλια του Λασιθίου, μετά τους 61 της Κυριακής νότια της Χρυσής, τους 76 στα Τέρτσα και τους πάνω από 40 που έφτασαν μέρα μεσημέρι στον Μαύρο Κόλυμπο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρείχε το Λιμενικό Σώμα στην οργάνωση RSA, το πρώτο εξάμηνο του 2026 έφτασαν στην Κρήτη και τη Γαύδο 8.552 άνθρωποι, περισσότεροι από το αντίστοιχο εξάμηνο του 2025, με την Ιεράπετρα τρίτη πύλη εισόδου με 928 αφίξεις. Το 2025 ολόκληρο, σύμφωνα με στοιχεία του Mixed Migration Centre, η Κρήτη είχε καταγράψει 19.857 αφίξεις, αύξηση 285% σε σχέση με το 2024.
Η απάντηση στο ερώτημα «γιατί συνεχίζουν να έρχονται» δεν βρίσκεται στη θάλασσα νότια της Κρήτης. Βρίσκεται 175 ναυτικά μίλια νοτιότερα, σε μια πόλη της ανατολικής Λιβύης. Για να γίνει κατανοητό, αξίζει να ακολουθήσει κανείς τη διαδρομή ανάποδα.
Από τις παραλίες της νότιας Κρήτης στο παζάρι του Τομπρούκ
Η εικόνα που βλέπει ο κάτοικος της Ιεράπετρας είναι η τελευταία πράξη ενός μεγάλου επεισοδίου. Μια λέμβος φτάνει σε μια παραλία ή εντοπίζεται ανοιχτά από σκάφος του Λιμενικού ή της Frontex. Οι επιβαίνοντες μεταφέρονται απρόθυμα όπου υπάρχει διαθέσιμος χώρος, ο Ερυθρός Σταυρός παρέχει πρώτες βοήθειες, ο Δήμος αναλαμβάνει σίτιση και μεταφορά προς το Ηράκλειο. Ο πρόεδρος του Ερυθρού Σταυρού Ιεράπετρας έχει καταγράψει νεοαφιχθέντες με σημάδια ξυλοδαρμού από μαστίγιο και γκλομπ, αφυδάτωση σε ενήλικες και βρέφη, και εγκαύματα από τα ντεπόζιτα καυσίμων πάνω στα οποία κάθονταν.
Λίγες ώρες νωρίτερα, η ίδια βάρκα βρισκόταν στο ανοιχτό πέλαγος. Το ταξίδι από τις ακτές της ανατολικής Λιβύης διαρκεί συνήθως 36 με 48 ώρες για περίπου 175 ναυτικά μίλια. Μερικούς μήνες πριν δυνάμεις από τη Λιβύο εντόπισαν μια τέτοια βάρκα περίπου 70 μίλια νότια της Γαύδου: ένα πλαστικό σκάφος 6 μέτρων με 46 επιβαίνοντες, μισοβυθισμένο, με τους ανθρώπους να φορούν μαύρες σαμπρέλες αντί για σωσίβια, εξαντλημένους μετά από τέσσερα μερόνυχτα στη θάλασσα. Ο κυβερνήτης του λιβυκού σκάφους το περιέγραψε ως σκάφος που δεν προοριζόταν ποτέ για τέτοια απόσταση και που θα βυθιζόταν μέσα σε λίγες ώρες. Οι διασωθέντες, κυρίως Σουδανοί, πανηγύριζαν πιστεύοντας ότι διασώθηκαν από Ευρωπαίους. Όταν κατάλαβαν ότι το σκάφος τους γύριζε πίσω στο Τομπρούκ, ένας από αυτούς είπε ότι προτιμούσε να πεθάνει στον ωκεανό παρά να επιστρέψει. Στο λιμάνι, ένας άνδρας επιχείρησε να το σκάσει τρέχοντας προς τις πύλες. Συνελήφθη μέσα σε λίγα λεπτά. Όλοι οδηγήθηκαν σε κέντρο κράτησης.
Λίγες ημέρες ή εβδομάδες νωρίτερα, οι ίδιοι άνθρωποι περίμεναν στο Τομπρούκ. Στο αραβικό παζάρι της πόλης, τον τόπο συνάντησης όσων θέλουν να περάσουν στην Ευρώπη με όσους μπορούν να το κανονίσουν: νεαροί άνδρες, κυρίως από το Σουδάν, κοιμούνται σε ημιτελή και εγκαταλελειμμένα κτίρια περιμένοντας το τηλεφώνημα του διακινητή. Οι διακινητές κλειδώνουν τους «πελάτες» τους σε αγροικίες και αποθήκες μέχρι να φανεί μια περίοδος καλοκαιρίας και χαμηλών ανέμων. Σε νυχτερινή έφοδο, όπως βλέπετε και στις φωτογραφίες, η μονάδα κατά της παράνομης μετανάστευσης βρήκε σε μια αποθήκη δύο συσκευασμένες φουσκωτές λέμβους με τις μηχανές τους, έτοιμες προς χρήση. Κάθε τέτοια βάρκα, φορτωμένη με 50 έως 60 επιβάτες, αποφέρει στο δίκτυο περίπου 150.000 δολάρια. Η έκθεση του ΟΗΕ του Φεβρουαρίου 2026 συμπληρώνει τη σκοτεινότερη πλευρά της αναμονής: συστηματικοί βιασμοί, βασανιστήρια και εκβιασμοί για λύτρα σε «σπίτια» διακινητών στο Τομπρούκ, από κυκλώματα που, όπως σημειώνει, έχουν συχνά δεσμούς με τοπικές αρχές.
Πιο πίσω ακόμα, η διαδρομή ξεκινά από το Σουδάν του εμφυλίου, την Ερυθραία, την Αίγυπτο ή το Μπαγκλαντές. Στη Λιβύη, σύμφωνα με τον Υπουργό Μετανάστευης, Θάνο Πλεύρη εκτιμάται ότι βρίσκονται σήμερα πάνω από 600.000 μετανάστες και πρόσφυγες, με μεγάλο μέρος τους να τη χρησιμοποιεί ως χώρα διέλευσης. Τα στοιχεία των αφίξεων στην Κρήτη το πρώτο εξάμηνο (3.536 από Μπαγκλαντές, 3.159 από Σουδάν, 1.049 από Αίγυπτο, 780 ανήλικοι) είναι το ελληνικό αποτύπωμα αυτής της δεξαμενής.
Σε αυτή την αλυσίδα παρεμβαίνει πλέον και η Ελλάδα. Όπως αποκάλυψε χθες στο Ράδιο Λασίθι ο Πρόεδρος της Ένωσης Προσωπικού Λιμενικού Σώματος Ανατολικής Κρήτης Γιώργος Σφακιανάκης, το Αρχηγείο του Λιμενικού έχει διαθέσει στο λιβυκό λιμενικό δύο σκάφη κατηγορίας Α2 και ένα φουσκωτό, Λίβυοι λιμενικοί έχουν εκπαιδευτεί στη Σούδα, σύνδεσμος του Ελληνικού Λιμενικού βρίσκεται σε προξενείο στη Λιβύη (η έκθεση της RSA το προσδιορίζει στη Βεγγάζη) και συντονίζεται με το ΕΚΣΕΔ, ενώ ο σχεδιασμός προβλέπει πτήσεις drone στα 12 ναυτικά μίλια από τις ακτές αναχώρησης ώστε κάθε σκάφος που εντοπίζεται να αναστρέφει.
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στη γεωγραφία: οι ακτές αναχώρησης, το Τομπρούκ και η Κομπούτ, δεν ελέγχονται από την αναγνωρισμένη κυβέρνηση της χώρας. Που σημαίνει ότι το ερώτημα δεν είναι αν η αποτροπή γίνεται, αλλά με ποιον γίνεται και με ποιο αντάλλαγμα.
Ποιος ανοίγει και ποιος κλείνει τη στρόφιγγα των ροών
Η Λιβύη παραμένει de facto χωρισμένη στα δύο από την πτώση του Καντάφι το 2011. Στα δυτικά, στην Τρίπολη, εδρεύει η αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Στα ανατολικά, ο στρατάρχης Χαλίφα Χαφτάρ και οι γιοι του ελέγχουν, μέσω του Λιβυκού Εθνικού Στρατού, τη Βεγγάζη, το Τομπρούκ, τα ανατολικά λιμάνια και το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαιοφόρου νότου, δηλαδή περίπου το 75% με 80% της λιβυκής επικράτειας, με τη στήριξη της Ρωσίας, των Εμιράτων και της Αιγύπτου. Όταν το 2017 η Ιταλία χρηματοδότησε την ακτοφυλακή της Τρίπολης για να κλείσει τον διάδρομο προς την Ιταλία, τα δίκτυα μετακόμισαν ανατολικά, εκτός εμβέλειας της Τρίπολης, και ιδιαίτερα μετά μετά το πολύνεκρο ναυάγιο της Πύλου το 2023 στράφηκαν στη συντομότερη διαδρομή προς την Κρήτη.

Το καθεστώς Χαφτάρ στην ανατολική Λιβύη προσπαθεί να δείξει ότι που θέλει να αποδείξει «μπορεί να κάνει τη δουλειά». Οι μονάδες κατά της παράνομης μετανάστευσης κάνουν νυχτερινές εφόδους, η ακτοφυλακή περιπολεί μέχρι τα όρια των ελληνικών θαλασσών, τα κέντρα κράτησης (σχεδόν 40 σε ολόκληρη την ανατολική Λιβύη) επεκτείνονται με οικοδομικές εργασίες.
Ο επικεφαλής του Τμήματος κατά της Παράνομης Μετανάστευσης, στρατηγός Σαλάχ αλ Χιφίφι, έχει δηλώσει δημοσίως ότι οι αρχές του σταματούν το 80% της παράνομης μετανάστευσης και συνόψισε τη θέση της Βεγγάζης σε μία φράση: «Αυτό είναι πρόβλημα της Ευρώπης». Οι αξιωματούχοι, σημειώνει το ρεπορτάζ, επαναλάμβαναν διαρκώς το ίδιο αίτημα: ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, τεχνική βοήθεια και επίσημη πολιτική αναγνώριση, όπως αυτή που απολαμβάνουν οι αντίπαλοί τους στην Τρίπολη.
Ο ειδικός σε θέματα Λιβύης Ζαλάλ Χαρσαουί περιγράφει το σκηνικό με όρους θεωρίας παιγνίων: κάθε φορά που τα στατιστικά των αφίξεων ανεβαίνουν, προκαλείται πανικός σε Ιταλία και Ελλάδα και οι Ευρωπαίοι γίνονται αμέσως πιο γενναιόδωροι σε «δώρα» και κίνητρα. Ένας ορθολογικός παίκτης, εξήγησε, ρίχνει τα νούμερα για ένα διάστημα και μετά ενορχηστρώνει μια νέα έξαρση.
Ο αναλυτής Μοχάμαντ Ελτζάρχ τονίζει πως το ζητούμενο της Βεγγάζης από κάθε συμφωνία με την Ευρώπη είναι η αναγνώριση κυριαρχίας στα εδάφη που ελέγχει. Στην ίδια κατεύθυνση, η οργάνωση Global Initiative Against Transnational Organized Crime, σε ανάλυσή της τον Μάιο του 2026, κατέγραψε ότι οι κατά καιρούς εντυπωσιακές επιχειρήσεις του στρατού του Χαφτάρ κατά διακινητών και ναυπηγείων είναι επιλεκτικές και φαίνεται να αποσκοπούν στην επίδειξη δράσης προς ξένους παράγοντες για την εξασφάλιση διπλωματικών οφελών, ενώ την ίδια στιγμή οι βάρκες κατασκευάζονται πλέον σε τοπικές εγκαταστάσεις της ανατολικής Λιβύης και ο συνωστισμός των ανθρώπων που περιμένουν γύρω από το Τομπρούκ μεγαλώνει. Η ίδια οργάνωση σημειώνει ότι διωκτικές αρχές σε όλη τη Λιβύη χρηματίζονται από διακινητές και αξιοποιούν την επιρροή τους στο «οικοσύστημα» της διακίνησης ως πολιτικό μοχλό.
Σε αυτό το φόντο, τα δύο ελληνικά σκάφη, ο σύνδεσμος στη Βεγγάζη και τα drone των 12 μιλίων αποκτούν το πραγματικό τους νόημα. Πέρα από επιχειρησιακά εργαλεία, είναι μέρος μιας άτυπης συνεννόησης με ένα καθεστώς που δεν αναγνωρίζεται διεθνώς, που κατηγορείται ότι ρυθμίζει το ίδιο τη ροή την οποία καλείται να ανακόψει, και που εισπράττει από κάθε τέτοια συνεργασία ακριβώς αυτό που επιδιώκει: έμπρακτη, έστω ανεπίσημη, αναγνώριση.
Πίσω από τον Χαφτάρ: το ρωσικό οπλοστάσιο και τα κινεζικά κεφάλαια
Η διαπραγματευτική άνεση της Βεγγάζης απέναντι στην Ευρώπη δεν στηρίζεται μόνο στον έλεγχο των ακτών. Στηρίζεται και στο γεγονός ότι το καθεστώς Χαφτάρ έχει πλέον δύο ισχυρούς προστάτες με συμπληρωματικούς ρόλους, και το Τομπρούκ βρίσκεται στο κέντρο των σχεδίων και των δύο.
Η ρωσική παρουσία είναι η πιο απτή. Τον Φεβρουάριο του 2025 ο Χαφτάρ υπέγραψε τριμερή συμφωνία με τη Ρωσία και τη Λευκορωσία για την κοινή χρήση εγκαταστάσεων υλικοτεχνικής υποστήριξης στο Τομπρούκ, σύμφωνα με ανάλυση της αμερικανικής πλατφόρμας γεωχωρικών ερευνών Tearline που βασίζεται σε δορυφορικές εικόνες. Από το ίδιο λιμάνι έχουν εκφορτωθεί χιλιάδες τόνοι ρωσικού στρατιωτικού εξοπλισμού για το «Africa Corps», τη διάδοχη δομή της Wagner υπό το ρωσικό Υπουργείο Άμυνας, που χρησιμοποιεί τη Λιβύη ως κεντρικό κόμβο για την παρουσία της σε ολόκληρη την Αφρική. Εκτιμήσεις που επικαλείται το Atlantic Council ανεβάζουν τους Ρώσους μισθοφόρους στη χώρα σε 800 με 1.200, με έλεγχο σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, λιμάνια και, κατά τις ίδιες αναλύσεις, δίκτυα λαθρεμπορίου. Η Μόσχα, που στηρίζει στρατιωτικά τον Χαφτάρ από το 2018, επιδιώκει σύμφωνα με δυτικούς αναλυτές μόνιμη ναυτική βάση στην Κυρηναϊκή, δηλαδή ρωσική στρατιωτική παρουσία σε απόσταση αναπνοής από την Κρήτη και τις γραμμές του ΝΑΤΟ στη Μεσόγειο.
Η κινεζική διείσδυση κινείται σε άλλο επίπεδο: όχι όπλα, αλλά υποδομές και κεφάλαια. Διεθνείς αναλύσεις περιγράφουν το Τομπρούκ ως κομβικό σημείο των κινεζικών σχεδιασμών στη Βόρεια Αφρική, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» στην οποία η Λιβύη έχει προσχωρήσει από το 2018. Το φυσικό λιμάνι βαθέων υδάτων της πόλης, σε απόσταση μικρότερη των 400 χιλιομέτρων από την Κρήτη, μπορεί να υποδεχθεί υπερμεγέθη πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων που δεν χωρούν σε πολλά ευρωπαϊκά λιμάνια, και τα σχέδια που αποδίδονται σε κινεζικούς σχεδιαστές προβλέπουν τη μετατροπή του σε διαμετακομιστικό μεγα-κόμβο μεταξύ Αφρικής, Ασίας και Ευρώπης, με πυρήνα ένα προτεινόμενο διυλιστήριο 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων δυναμικότητας 500.000 βαρελιών την ημέρα με εξαγωγικό προορισμό την ευρωπαϊκή αγορά.
Ορισμένα βήματα έχουν ήδη γίνει: η κινεζική εταιρεία πετρελαϊκών υπηρεσιών Kerui έχει αναλάβει προκαταρκτικές μελέτες για το διυλιστήριο κατόπιν σύμβασης με το Υπουργείο Επενδύσεων της Βεγγάζης, αντιπροσωπεία υπό έναν από τους γιους του Χαφτάρ έχει επισκεφθεί την Κίνα, ενώ αναφέρονται σχεδιασμοί για σιδηροδρομική σύνδεση Βεγγάζης-Τομπρούκ με μελλοντικές προεκτάσεις προς Αίγυπτο, Τσαντ και Σουδάν. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα μεγαλύτερα από αυτά τα έργα παραμένουν στο στάδιο των προτάσεων και των διαπραγματεύσεων, εκκρεμούσης της τελικής έγκρισης του ίδιου του Χαφτάρ.
Το γεωπολιτικό άθροισμα, πάντως, είναι ήδη ορατό. Η Ρωσία παρέχει στο καθεστώς της ανατολικής Λιβύης τη στρατιωτική ομπρέλα και η Κίνα την προοπτική οικονομικής νομιμοποίησης μέσω επενδύσεων, την ώρα που καμία από τις δύο δεν συνδέει τη στήριξή της με τον έλεγχο της μετανάστευσης, το ζήτημα που απασχολεί την Ευρώπη. Όσο πυκνώνει αυτό το πλέγμα, τόσο λιγότερο ευάλωτη γίνεται η Βεγγάζη στις ευρωπαϊκές πιέσεις και τόσο ακριβότερα μπορεί να «τιμολογεί» τη συνεργασία της στο μεταναστευτικό. Για την Ευρώπη, το δίλημμα γίνεται έτσι διπλό: κάθε άρνηση συνεννόησης με τον Χαφτάρ αφήνει τη στρόφιγγα των ροών στα χέρια του, αλλά και σπρώχνει την ανατολική Λιβύη βαθύτερα στην αγκαλιά της Μόσχας και του Πεκίνου. Και αντίστροφα, κάθε ευρωπαϊκή προσέγγιση προσθέτει έναν ακόμη πλειοδότη σε μια δημοπρασία στην οποία ο Χαφτάρ είναι ο μόνος που κερδίζει σε κάθε γύρο.
Τι επιτρέπει και τι απαγορεύει το δίκαιο της θάλασσας
Η υποχρέωση διάσωσης δεν είναι θέμα πολιτικής επιλογής. Το άρθρο 98 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, η Σύμβαση SOLAS του 1974 και η Διεθνής Σύμβαση για τη Ναυτική Έρευνα και Διάσωση του 1979 επιβάλλουν σε κάθε κράτος και σε κάθε πλοίαρχο να συνδράμει όποιον κινδυνεύει στη θάλασσα, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια ή το νομικό καθεστώς του. Η Ελλάδα έχει δηλώσει τη δική της περιοχή ευθύνης έρευνας και διάσωσης στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό από το 1975, και εντός αυτής φέρει την ευθύνη συντονισμού κάθε περιστατικού. Ο ίδιος ο κ. Σφακιανάκης το διατύπωσε ρητά στη συνέντευξή του: «όταν κινδυνεύουν άνθρωποι, εμείς οφείλουμε να τους διασώσουμε». Το πλαίσιο προσθέτει και μια δεύτερη υποχρέωση, λιγότερο γνωστή: οι διασωθέντες πρέπει να αποβιβάζονται σε «ασφαλή τόπο», δηλαδή σε σημείο όπου η ζωή τους δεν απειλείται πλέον και καλύπτονται οι βασικές τους ανάγκες.

Πάνω σε αυτό εδράζεται και η δεύτερη δέσμη κανόνων, η αρχή της μη επαναπροώθησης. Η Σύμβαση της Γενεύης του 1951, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ απαγορεύουν την επιστροφή ανθρώπου σε χώρα όπου κινδυνεύει να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη μεταχείριση, καθώς και τις ομαδικές απελάσεις χωρίς εξατομικευμένη εξέταση. Η απαγόρευση ισχύει και στην ανοιχτή θάλασσα.
Αυτό ακριβώς έκρινε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το 2012 στην υπόθεση Hirsi Jamaa κατά Ιταλίας, όταν η Ιταλία είχε αναχαιτίσει Σομαλούς και Ερυθραίους νότια της Λαμπεντούζα και τους είχε παραδώσει στις λιβυκές αρχές. Το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τον χαρακτηρισμό της επιχείρησης ως διάσωσης, διαπίστωσε ομαδική απέλαση, τόνισε ότι η θάλασσα δεν είναι χώρος εκτός δικαίου και, το σημαντικότερο για τη σημερινή συζήτηση, έκρινε ότι η Ιταλία δεν μπορούσε να απαλλαγεί από τις ευθύνες της επικαλούμενη τις διμερείς συμφωνίες που είχε συνάψει με τη Λιβύη.
Η Ελλάδα έχει και τη δική της νομολογία εις βάρος της. Το 2022 καταδικάστηκε από το ΕΔΔΑ για το ναυάγιο του Φαρμακονησίου του 2014, όπου έχασαν τη ζωή τους έντεκα άνθρωποι, ανάμεσά τους οκτώ παιδιά. Τον Ιανουάριο του 2025 ήρθε η πρώτη καταδίκη για επαναπροώθηση: στην υπόθεση A.R.E., που αφορούσε Τουρκάλα αιτούσα άσυλο στον Έβρο, το Δικαστήριο δέχθηκε όχι μόνο ότι η επαναπροώθηση έλαβε χώρα, αλλά και ότι υφίσταται «συστηματική πρακτική» επαναπροωθήσεων από τις ελληνικές αρχές, ότι η προσφεύγουσα κρατήθηκε παράνομα πριν από αυτήν και ότι οι ελληνικές δικαστικές αρχές δεν διεξήγαγαν αποτελεσματική έρευνα. Ήταν η πρώτη φορά που η χώρα καταδικαζόταν για πρακτική την οποία οι αρχές συστηματικά αρνούνται ότι εφαρμόζουν. Το ζήτημα παραμένει ανοιχτό και σε εθνικό επίπεδο: τον Φεβρουάριο του 2026, με αφορμή περιστατικό στη Χίο, ο Συνήγορος του Πολίτη, ως Εθνικός Μηχανισμός Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας, ζήτησε από το Λιμενικό αμερόληπτη έρευνα, παραπέμποντας ρητά στις καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ για ναυάγια, επικίνδυνους ελιγμούς και πυροβολισμούς από στελέχη του Σώματος.
Εδώ γίνεται κρίσιμη μια διάκριση που εξηγεί τη λογική του μοντέλου που περιγράφηκε παραπάνω. Άλλο η επαναπροώθηση (pushback), δηλαδή η απώθηση από ευρωπαϊκό σκάφος, και άλλο η αναχαίτιση από τις αρχές της χώρας αναχώρησης (pullback). Μετά την καταδίκη της στη Hirsi, η Ιταλία στράφηκε ακριβώς στο δεύτερο μοντέλο, χρηματοδοτώντας, εξοπλίζοντας και εκπαιδεύοντας τη λιβυκή ακτοφυλακή ώστε οι αναχαιτίσεις να γίνονται από λιβυκά σκάφη. Όταν η πρακτική αυτή έφτασε στο Στρασβούργο, με την υπόθεση S.S. κ.ά. κατά Ιταλίας που κρίθηκε το 2025, το Δικαστήριο δεν καταδίκασε την Ιταλία. Οι συνήγοροι των προσφευγόντων μίλησαν για «νομικό κενό» που δεν επέτρεψε στο Δικαστήριο να παρέμβει, παρότι, όπως υποστήριξαν, υπήρξε παραβίαση άλλων κανόνων του διεθνούς δικαίου. Με άλλα λόγια, η αναχαίτιση που γίνεται από λιβυκό σκάφος, έστω και ευρωπαϊκής προέλευσης και εκπαίδευσης, δεν έχει μέχρι σήμερα κριθεί ότι επισύρει την ίδια ευθύνη με εκείνη που θα γινόταν από ευρωπαϊκό.
Το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο αφορά τον ίδιο τον όρο «αποτροπή». Ο Υπουργός Μετανάστευσης έχει αναφέρει περίπου 530 αποτροπές μόνο το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαΐου, ενώ έχει περιγράψει και το πώς λειτουργεί το σύστημα: «Υπάρχουν περιπτώσεις όπου σκάφη εντοπίζονται κοντά στις λιβυκές ακτές και ανακόπτονται. Όταν όμως μια βάρκα έχει ήδη διανύσει μεγάλη απόσταση, δεν μπορεί να επιστραφεί εύκολα». Η οργάνωση RSA, στην εξαμηνιαία έκθεσή της, σημειώνει ότι ουδέποτε διευκρινίστηκε ο ακριβής τρόπος με τον οποίο πραγματοποιούνται αυτές οι αποτροπές. Η διάκριση δεν είναι θεωρητική: κάτω από την ίδια λέξη μπορεί να συνυπάρχουν μια νόμιμη αναστροφή σκάφους μέσα σε λιβυκά ύδατα από λιβυκή ακτοφυλακή, μια διάσωση, ή μια πράξη που το ευρωπαϊκό δίκαιο απαγορεύει.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ιεράπετρα
Όλα τα παραπάνω συναντιούνται σε ένα συμπέρασμα που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αυταπάτες. Η στρόφιγγα των ροών προς τη νότια Κρήτη βρίσκεται στα χέρια της διοίκησης της ανατολικής Λιβύης, και η διοίκηση αυτή έχει κάθε κίνητρο να μην την κλείσει οριστικά: όσο οι βάρκες φτάνουν, τόσο ανεβαίνει η τιμή της συνεργασίας της. Ο κ. Σφακιανάκης περιέγραψε το ίδιο φαινόμενο από τη σκοπιά του πεδίου, μιλώντας για χιλιάδες ανθρώπους που παραμένουν συγκεντρωμένοι στις ακτές και ξεκινούν με κάθε μπουνάτσα, και κατέληξε ότι χρειάζονται «διακρατικές συμφωνίες» και συνολικός σχεδιασμός. Το προηγούμενο της Ιταλίας δείχνει ότι τέτοιες συμφωνίες μπορούν πράγματι να κλείσουν έναν διάδρομο. Δείχνει όμως και το τίμημα: η Ιταλία διαπραγματεύτηκε με μια αναγνωρισμένη κυβέρνηση, ενώ εδώ ο συνομιλητής είναι ένα καθεστώς που χρησιμοποιεί τις ροές ως διαπραγματευτικό χαρτί για να αποσπάσει την αναγνώριση που του λείπει, και κάθε ευρωπαϊκή παραχώρηση προς αυτό ισχυροποιεί ακριβώς τον μηχανισμό που παράγει τις ροές.
Το νέο Σύμφωνο της ΕΕ: το εργαλείο που έχει πλέον η Ελλάδα και το κενό που δεν καλύπτει
Από τις 12 Ιουνίου 2026 βρίσκεται σε πλήρη εφαρμογή σε όλη την ΕΕ το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, ύστερα από έξι χρόνια διαπραγματεύσεων. Δέκα νέοι κανονισμοί εγκαθιστούν υποχρεωτικό έλεγχο διαλογής (screening) στα σύνορα, ταχύτερες διαδικασίες ασύλου και επιστροφών, αναθεωρημένους κανόνες για τις «ασφαλείς τρίτες χώρες» και μηχανισμό υποχρεωτικής αλληλεγγύης προς τα κράτη πρώτης γραμμής, ενώ την 1η Ιουνίου επιτεύχθηκε πολιτική συμφωνία και για τον νέο Κανονισμό Επιστροφών. Η Ελλάδα ψήφισε τον εφαρμοστικό νόμο τον Ιούνιο, εν μέσω κριτικής από οργανώσεις προσφυγικού δικαίου για τις διατάξεις περί κράτησης.
Ο Υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης έχει περιγράψει με σαφήνεια το πώς σκοπεύει η Ελλάδα να χρησιμοποιήσει το νέο πλαίσιο, και μάλιστα με την Κρήτη ως κύριο πεδίο εφαρμογής. Ο σχεδιασμός προβλέπει δύο διακριτές διαδρομές για όσους φτάνουν: όσοι εμφανίζουν προσφυγικό προφίλ ακολουθούν τη διαδικασία ασύλου και μεταφέρονται στην ενδοχώρα, ενώ όσοι προέρχονται από χώρες με χαμηλά ποσοστά αναγνώρισης, όπως η Αίγυπτος και το Μπαγκλαντές, οδηγούνται σε ταχεία απόρριψη, κράτηση και επιστροφή.
Το πιο φιλόδοξο εργαλείο του νέου πλαισίου είναι οι «κόμβοι επιστροφής» (return hubs): κέντρα σε τρίτες χώρες, εκτός ΕΕ, όπου θα μεταφέρονται όσοι έχουν απορριφθεί τελεσίδικα και τους οποίους οι χώρες καταγωγής τους αρνούνται ή καθυστερούν να δεχθούν πίσω. Η Ελλάδα προωθεί το σχέδιο από κοινού με τη Γερμανία, τη Δανία, την Αυστρία και την Ολλανδία, με στόχο, σύμφωνα με τον κ. Πλεύρη, να υπογραφεί συμφωνία με τρίτη χώρα σε Αφρική ή Ασία εντός του 2026 και τα κέντρα να λειτουργήσουν από το 2027. Η ανακοίνωση της χώρας και του ακριβούς χρονοδιαγράμματος αναμένεται, κατά τον ίδιο, τους επόμενους μήνες.
Το Σύμφωνο, ωστόσο, ενεργεί σχεδόν εξ ολοκλήρου στη μία άκρη της αλυσίδας: σε όσα συμβαίνουν αφού η βάρκα φτάσει σε ευρωπαϊκά νερά. Ταχύτερη απόρριψη, κράτηση και επιστροφή μπορούν να μειώσουν το κίνητρο του ταξιδιού για συγκεκριμένες εθνικότητες, και αυτό είναι το στοίχημα της Αθήνας. Δεν αγγίζουν όμως τον μηχανισμό της άλλης πλευράς: τις αποθήκες του Τομπρούκ, τα ναυπηγεία της ανατολικής Λιβύης και ένα καθεστώς που ρυθμίζει τη στρόφιγγα ανάλογα με τα ανταλλάγματα. Ακόμα και τα return hubs, εξάλλου, προϋποθέτουν το ίδιο δύσκολο βήμα που απαιτεί και η αποτροπή στην πηγή: διαπραγμάτευση και συμφωνίες με τρίτες χώρες, με τους όρους και το τίμημα που εκείνες θα διεκδικήσουν. Το νέο Σύμφωνο δίνει δηλαδή στην Ελλάδα ένα ισχυρότερο εργαλείο διαχείρισης, όχι ένα εργαλείο τερματισμού των ροών.
Μέχρι να απαντηθεί αυτό το δίλημμα σε επίπεδο Αθήνας και Βρυξελλών, η εξίσωση για την Ιεράπετρα και όλη τη νότια Κρήτη παραμένει αμετάβλητη: όσο το Τομπρούκ κερδίζει είτε στέλνοντας βάρκες είτε σταματώντας τες, οι βάρκες θα συνεχίσουν να καθορίζονται από τον καιρό και τις διαπραγματεύσεις άλλων, και το παλιό σχολείο των Μακρυλιάς και οι υπόλοιπες δομές της Κρήτης θα συνεχίσουν να υποδέχονται ό,τι ξεβράζει το Λιβυκό πέλαγος.
Π. Νικολάου(radiolasithi.gr)











