Ιεράπετρα και Αλμερία: Γιατί η υδροπονία και τα ωφέλιμα έντομα δεν χρειάζονται θερμοκήπια υψηλής τεχνολογίας

Ο εμπορικός διευθυντής της IQ Crops Γ. Λυβιάκης και ο εντομολόγος Π. Σκεντερίδης της Bio-Insecta μίλησαν στο Ράδιο Λασίθι για την κατανάλωση νερού, το κόστος ανά κιλό προϊόντος και τη συνεργασία των δύο εταιρειών για τη διάθεση ωφέλιμων εντόμων σε Ελλάδα και Κύπρο

Με τη νέα καλλιεργητική περίοδο να έχει ξεκινήσει στα θερμοκήπια της νοτιοανατολικής Κρήτης και με το αρδευτικό νερό να παραμένει ζήτημα τόσο ποσότητας όσο και ποιότητας, ο εμπορικός διευθυντής της IQ Crops Γιώργος Λυβιάκης και ο γεωπόνος-εντομολόγος Παύλος Σκεντερίδης, ιδιοκτήτης της Bio-Insecta, παρουσίασαν σήμερα στο Ράδιο Λασίθι δύο μεθόδους που, όπως υποστήριξαν, περιορίζουν ταυτόχρονα την κατανάλωση νερού και τη χρήση χημικών: την υδροπονική καλλιέργεια και τη βιολογική καταπολέμηση με ωφέλιμα έντομα. Στη συζήτηση παρουσιάστηκε και η συνεργασία των δύο εταιρειών, με την IQ Crops, που εδρεύει στην Ιεράπετρα, να αναλαμβάνει την αποκλειστική διάθεση σε Ελλάδα και Κύπρο των προϊόντων της Bio-Insecta, ελληνικής επιχείρησης που εκτρέφει ωφέλιμα έντομα.

Ο κ. Λυβιάκης, που βρέθηκε στο στούντιο, ανέφερε ότι στα θερμοκήπια της Ιεράπετρας ένα κιλό υδροπονικής τομάτας σε πετροβάμβακα μπορεί να παραχθεί με 10 έως 15 λίτρα νερό, όταν στο έδαφος απαιτούνται 25 έως 30, και ότι το κόστος της επένδυσης είναι μικρότερο από όσο πιστεύουν οι περισσότεροι παραγωγοί. Ο κ. Σκεντερίδης, σε τηλεφωνική παρέμβαση, είπε ότι τα ωφέλιμα έντομα χρησιμοποιούνται ήδη σε πάνω από το 95% της πιπεριάς και κερδίζουν έδαφος στην τομάτα, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η μέθοδος απαιτεί από τον παραγωγό να παρατηρεί και να μαθαίνει, και όχι απλώς να τα τοποθετεί στην καλλιέργεια. Και οι δύο επέμειναν ότι οι μέθοδοι αυτές δεν προϋποθέτουν θερμοκήπια υψηλής τεχνολογίας, επικαλούμενοι το παράδειγμα της Αλμερίας στην Ισπανία. Στον παραγωγό που κάθε Ιούνιο υπολογίζει τι ξόδεψε και τι εισέπραξε ανά στρέμμα, ο κ. Λυβιάκης απηύθυνε μια πρακτική προτροπή: να μάθει το κόστος του ανά κιλό παραγόμενου προϊόντος.

Υδροπονία: 10 έως 15 λίτρα νερό για ένα κιλό τομάτας

Η IQ Crops, όπως την παρουσίασε ο κ. Λυβιάκης, έχει έδρα την Ιεράπετρα και δίκτυο σε πολλές χώρες, με βασικό αντικείμενο τις ολοκληρωμένες λύσεις για υδροπονική καλλιέργεια. Σύμφωνα με τον ίδιο, η εταιρεία συνεργάζεται με μονάδες συνολικής έκτασης 16.000 στρεμμάτων παγκοσμίως, σε 17 διαφορετικές καλλιέργειες που περιλαμβάνουν κηπευτικά, ανθοκομικά, αρωματικά, ακόμη και φαρμακευτικά φυτά. Για την περιοχή της Ιεράπετρας το ενδιαφέρον επικεντρώνεται, όπως είπε, στις τέσσερις γνωστές καλλιέργειες: τομάτα, αγγούρι, πιπεριά και μελιτζάνα.

Απευθυνόμενος σε όσους παραγωγούς έχουν ακούσει για τη μέθοδο αλλά δεν την έχουν δοκιμάσει, ο κ. Λυβιάκης εξήγησε ότι η υδροπονική καλλιέργεια ξεκινά από ένα περιβάλλον απαλλαγμένο από ασθένειες εδάφους, κάτι που κατά τον ίδιο σημαίνει λιγότερη χρήση χημικών. Η θρέψη είναι ελεγχόμενη, επειδή ο παραγωγός μετρά τι συμβαίνει μέσα στο υπόστρωμα και μπορεί να αξιοποιήσει τα δεδομένα για να δώσει στα φυτά τις βέλτιστες συνθήκες. Το αποτέλεσμα, όπως υποστήριξε, είναι μεγαλύτερη παραγωγή και καλύτερη ποιότητα: προϊόντα ομοιόμορφα, με ελάχιστη δεύτερη διαλογή, καλύτερη μετασυλλεκτική συμπεριφορά και αντοχή στη μεταφορά, άρα και καλύτερη θέση στην αγορά.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο νερό, το οποίο στην Ιεράπετρα, όπως και σε άλλες περιοχές της χώρας, αποτελεί κατά τον κ. Λυβιάκη πρόβλημα ποιοτικό και ποσοτικό. Επέμεινε ότι η κατανάλωση πρέπει να μετριέται με βάση το παραγόμενο προϊόν και όχι την έκταση. Με αυτό το μέτρο, ένα πολύ σύγχρονο θερμοκήπιο μπορεί να παράγει ένα κιλό υδροπονικής τομάτας με 10 ή και με 5 λίτρα νερό. Στις υποδομές που διαθέτουν τα θερμοκήπια της Ιεράπετρας, και εφόσον χρησιμοποιείται πετροβάμβακας, που κατά τον ίδιο είναι το καλύτερο υπόστρωμα για τη συγκράτηση του νερού και την απόδοσή του στα φυτά, η κατανάλωση δεν ξεπερνά τα 10 με 15 λίτρα ανά κιλό. Στην καλλιέργεια στο έδαφος φτάνει, όπως είπε, τα 25 με 30 λίτρα, ενώ σε υπαίθρια καλλιέργεια τα 50 με 60. Πρόσθεσε ότι η υδροπονία επιτρέπει την αξιοποίηση και νερών δεύτερης ποιότητας, καθώς στο χώμα η αλατότητα λειτουργεί συσσωρευτικά και δημιουργεί προβλήματα, ενώ στο υπόστρωμα το πρόβλημα μπορεί να μετριαστεί.

Κόστος υδροπονίας: υπολογισμός ανά κιλό και όχι ανά στρέμμα

Στο ερώτημα γιατί πολλοί παραγωγοί της περιοχής δεν έχουν κάνει ακόμη το βήμα, ο κ. Λυβιάκης απάντησε ότι όλο και περισσότεροι προχωρούν, αναγνώρισε όμως ως εμπόδιο τον κατακερματισμένο αγροτικό κλήρο. Όταν η γη είναι συγκεντρωμένη, ο εξοπλισμός δεν χρειάζεται να εγκατασταθεί σε δύο ή τρία σημεία και το κόστος παραγωγής πέφτει. Το ζήτημα, κατά τον ίδιο, δεν αφορά μόνο την υδροπονία και θα πρέπει κάποια στιγμή να αντιμετωπιστεί.

Για την αρχική δαπάνη είπε ότι το κόστος στα πάγια υπάρχει, αλλά αποσβένεται πολύ σύντομα, και ότι οι παραγωγοί που ζητούν κοστολόγηση για τη δική τους περίπτωση αντιδρούν συνήθως με τη φράση «Τόσο λίγο είναι; Νόμιζα πολύ περισσότερο». Στην περίπτωση του πετροβάμβακα, το κόστος των αναλώσιμων υποστρωμάτων είναι κατά τον κ. Λυβιάκη «ουσιαστικά δωρεάν», επειδή καλύπτεται από τη χαμηλότερη κατανάλωση νερού και λιπάσματος. Συγκεκριμένα ποσά δεν ανέφερε, σημειώνοντας ότι η λύση και το κόστος προσαρμόζονται στο μέγεθος της καλλιέργειας, στο είδος της μονάδας και στον τύπο του παραγωγού.

Κεντρικό σημείο της τοποθέτησής του ήταν ο τρόπος με τον οποίο οι παραγωγοί υπολογίζουν τα οικονομικά τους. Το κόστος, όπως είπε, πρέπει να μετριέται ανά κιλό και όχι ανά στρέμμα, αφού με διπλάσια παραγωγή το κόστος ανά κιλό πέφτει αμέσως στο μισό. Χρησιμοποίησε ως παράδειγμα το εμφιαλωμένο νερό που είχε μπροστά του στο στούντιο, λέγοντας ότι η εταιρεία που το παράγει γνωρίζει ασφαλώς το κόστος κάθε λίτρου, και προέτρεψε τους αγρότες να αποκτήσουν την ίδια εικόνα για το δικό τους προϊόν.

Ωφέλιμα έντομα: η συνεργασία των δύο εταιρειών και τα ποσοστά χρήσης

Πέρα από την υδροπονία, η IQ Crops εισάγει, σύμφωνα με τον κ. Λυβιάκη, ειδικά προϊόντα κατά της καταπόνησης των φυτών, όπως βιοδιεγέρτες, τα οποία δεν ανήκουν στη χημική φυτοπροστασία. Στην ίδια λογική εντάσσεται η πιο πρόσφατη συνεργασία της, με την Bio-Insecta, της οποίας τα προϊόντα θα διαθέτει αποκλειστικά σε Ελλάδα και Κύπρο. Ο κ. Λυβιάκης τη χαρακτήρισε στρατηγική, είπε ότι ιδανικά θα έπρεπε να έχει γίνει τρία με πέντε χρόνια νωρίτερα και υπογράμμισε ότι πρόκειται για ελληνική παραγωγή ωφέλιμων εντόμων που διακινείται σε πολλές χώρες.

Ο κ. Σκεντερίδης θύμισε ότι η Κρήτη υπήρξε πρωτοπόρος στη βιολογική καταπολέμηση, η οποία ξεκίνησε στο νησί γύρω στο 1990, και συνόψισε τα πλεονεκτήματά της: ασφαλές περιβάλλον εργασίας για τον παραγωγό και την οικογένειά του, που περνούν τη μέρα τους μέσα στο θερμοκήπιο, ασφαλέστερα προϊόντα για τον καταναλωτή, διευκόλυνση των εξαγωγών και όφελος για το περιβάλλον και την οικονομία της εκμετάλλευσης. Η χρήση των ωφέλιμων, όπως είπε, αυξάνεται σταθερά. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η πιπεριά, όπου κατά τον ίδιο έχει πιαστεί «ταβάνι», με ποσοστό άνω του 95%, ενώ κάθε χρόνο προστίθενται νέες εκτάσεις τομάτας και μελιτζάνας, καλλιεργειών που μέχρι πρόσφατα αντιστέκονταν περισσότερο στη μέθοδο. Στην τάση αυτή συμβάλλει, σύμφωνα με τον κ. Σκεντερίδη, και η απόσυρση αρκετών χημικών σκευασμάτων, που περιορίζει τα εργαλεία του παραγωγού, δικαιολογημένα όπως σχολίασε, δεδομένων των συνεπειών τους για τον ίδιο τον αγρότη, το περιβάλλον και τον καταναλωτή. Ανέφερε επίσης ότι ωφέλιμα έντομα αρχίζουν να χρησιμοποιούν και οι παραγωγοί αβοκάντο στα Χανιά.

Οι δύο ομιλητές απάντησαν από κοινού στην αντίληψη ότι οι μέθοδοι αυτές ταιριάζουν μόνο σε θερμοκήπια υψηλών υποδομών. Ο κ. Λυβιάκης υποστήριξε ότι οι υποδομές της Ιεράπετρας είναι ίσως και ελαφρώς καλύτερες από εκείνες της Αλμερίας, όπου, όπως είπε, η χρήση ωφέλιμων στο αγγούρι και την πιπεριά έχει φτάσει το 100%, και πρόσθεσε ότι «δεν μπορεί να μείνει πίσω η Ιεράπετρα». Ο κ. Σκεντερίδης συμφώνησε ότι οι ισπανικές εγκαταστάσεις δεν είναι πολύ καλύτερες και μπορεί να είναι και χειρότερες, και ανέφερε, με την επιφύλαξη ότι επικαλείται από μνήμης δημοσιευμένα στοιχεία, ότι στην τομάτα το ποσοστό χρήσης ωφέλιμων για την αντιμετώπιση της τούτα ανέρχεται στην Ισπανία στο 75%. Στην παρατήρηση του κ. Λυβιάκη ότι το ποσοστό αυτό είναι πολύ υψηλότερο από το αντίστοιχο της Κρήτης, απάντησε ότι στο νησί η χρήση αυξάνεται συνεχώς.

Σύμφωνα με τον κ. Σκεντερίδη, τα έντομα χρησιμοποιούνται περισσότερο στις απλές και φθηνές κατασκευές παρά στα μοντέρνα θερμοκήπια, τα οποία άλλωστε αποτελούν πολύ μικρό ποσοστό τόσο στην Κρήτη όσο και στην Αλμερία ή τη Σικελία, και αποδίδουν παντού, από τον ανοιχτό αγρό έως την πιο σύνθετη μονάδα. Το 100% δεν είναι κατά τον ίδιο υπερβολή, αν συνυπολογιστούν οι εντομοπαθογόνοι νηματώδεις και οι ωφέλιμοι μύκητες: στο εξωτερικό, όπως είπε, σε όλα τα θερμοκήπια χρησιμοποιούνται ζωντανοί οργανισμοί, ακόμη και εκεί όπου η χρήση χημικών παραμένει πιο έντονη.

Τι απαιτεί η βιολογική καταπολέμηση από τον παραγωγό

Σε ερώτηση ακροατή αν αρκεί να τοποθετήσει κανείς τα ωφέλιμα στην καλλιέργεια, ο κ. Σκεντερίδης απάντησε ότι εδώ βρίσκεται μια βασική διαφορά από τα χημικά. Με τα χημικά σκευάσματα ο αγρότης δεν χρειαζόταν να γνωρίζει τι ακριβώς ψεκάζει, σε ποιο στάδιο του εντόμου στοχεύει και για πόσο χρόνο. Τα βιολογικά απαιτούν επίβλεψη από τον τεχνικό σύμβουλο, αλλά και γνώσεις από τον ίδιο τον παραγωγό, ο οποίος πρέπει να παρατηρεί τον πληθυσμό του φυτοφάγου και του ωφέλιμου. Δεν πρόκειται, όπως είπε, για κάτι πολύπλοκο, και οι παραγωγοί σε Ισπανία, Γαλλία και Ιταλία, χώρες που προηγούνται στη βιολογική καταπολέμηση, έχουν ήδη κατακτήσει αυτή τη γνώση. Ο τεχνικός θα είναι πάντα δίπλα στον παραγωγό, δεν μπορεί όμως να βρίσκεται στο θερμοκήπιο όλο το εικοσιτετράωρο. Ο κ. Λυβιάκης, από την πλευρά του, επέμεινε ότι τόσο η υδροπονία όσο και τα ωφέλιμα έντομα είναι μέθοδοι «απλές και ασφαλείς», επειδή υπάρχουν πλέον τεχνογνωσία, εμπειρία και συνεχής τεχνική υποστήριξη.

Σε δεύτερη ερώτηση, για το τι επιμηκύνει και τι συντομεύει τη ζωή των ωφέλιμων, ο κ. Σκεντερίδης απέδωσε τον κύριο ρόλο στους ανθρώπινους χειρισμούς. Η θερμοκρασία και η υγρασία επηρεάζουν, όπως εξήγησε, με ανάλογο τρόπο και τα ωφέλιμα και τους εχθρούς της καλλιέργειας, επομένως δεν ανατρέπουν την ισορροπία. Αυτό που πραγματικά τα δυσκολεύει είναι τα χημικά σκευάσματα. Συνέστησε στους παραγωγούς να συμβουλεύονται τον τεχνικό τους, να λαμβάνουν υπόψη την υπολειμματικότητα και την τοξικότητα κάθε σκευάσματος και να επιλέγουν τα πιο ήπια και συμβατά, αφήνοντας κατά τα λοιπά τους οργανισμούς να αποκαταστήσουν μόνοι τους την ισορροπία.

Οι δύο ομιλητές στάθηκαν και στη διαφορά που αφορά την αποτελεσματικότητα στον χρόνο. Η δράση των ωφέλιμων είναι αθροιστική, καθώς ο πληθυσμός που τοποθετείται στην αρχή πολλαπλασιάζεται, ενώ στα χημικά η αποτελεσματικότητα φθίνει, επειδή, όπως σημείωσε ο κ. Λυβιάκης, οι εχθροί αναπτύσσουν ανθεκτικότητα. Ο ίδιος ανέφερε ως παράδειγμα εχθρού χωρίς επαρκή χημική αντιμετώπιση τον «καινούριο θρίπα», και ο κ. Σκεντερίδης επιβεβαίωσε ότι σε ορισμένα προβλήματα η χημική καταπολέμηση έχει φτάσει σε αδιέξοδο, εξαιτίας και των περιορισμών στον αριθμό των επεμβάσεων και στις δραστικές ουσίες. Παραδέχθηκε πάντως ότι αδιέξοδα υπάρχουν και από την πλευρά της βιολογικής καταπολέμησης: για πέντε με έξι έντομα, μεταξύ των οποίων ο δάκος και το ευρύτομο της αμυγδαλιάς, δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα λύσεις με ωφέλιμα, αν και, όπως είπε, ακόμη και σε αυτά δουλεύουν άλλες οικολογικές μέθοδοι. Ο κ. Λυβιάκης θύμισε, τέλος, ότι στα θερμοκήπια έχουν ήδη επικρατήσει οι βομβίνοι επικονίασης έναντι των καρποδετικών ορμονών, με τους παραγωγούς να τοποθετούν κυψέλες στις μονάδες τους.

Κλείνοντας, ο κ. Σκεντερίδης σημείωσε ότι η βιολογική καταπολέμηση, αν και σύγχρονη ως τεχνολογία, έχει ιστορία περίπου 2.000 ετών, και κάλεσε τους παραγωγούς να στραφούν στις διαθέσιμες τεχνολογίες πριν βρεθούν σε αδιέξοδο. «Να μην περιμένει να σωθεί το νερό από τον πλανήτη για να πάει στην υδροπονία», είπε, προσθέτοντας ότι το ίδιο ισχύει για τα προβλήματα της χημικής καταπολέμησης και τη στροφή στα ωφέλιμα έντομα.

Last Updated on 2 ώρες ago by energinews admin

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Oldest
Newest Most Voted