Γιάννης Ανδρουλιδάκης: Γιατί χρειάζεται ένα μουσείο ένας τόπος;

Κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για την ανάγκη δημιουργίας ενός μουσείου, σχεδόν αναπόφευκτα εμφανίζονται τα ίδια ερωτήματα. Πόσους επισκέπτες μπορεί να προσελκύσει, πόσο θα ενισχύσει την τουριστική κίνηση, τι θα προσφέρει στην τοπική οικονομία, αν θα συμβάλει στην προβολή του τόπου. Είναι ερωτήματα θεμιτά και ασφαλώς δεν πρέπει να αγνοούνται. Αναρωτιέμαι, ωστόσο, αν είναι τα πρώτα που οφείλουμε να θέτουμε.

Ή μήπως, πριν αναζητήσουμε την οικονομική απόδοση ενός θεσμού, πρέπει πρώτα να αναρωτηθούμε αν υπηρετεί μια θεμελιώδη ανάγκη της κοινωνίας;

Γιατί υπάρχουν ανάγκες μιας οργανωμένης κοινωνίας που κάποια στιγμή παύουμε να αισθανόμαστε την υποχρέωση να αποδεικνύουμε από την αρχή. Δεν αναρωτιόμαστε, για παράδειγμα, αν ένας τόπος χρειάζεται γιατρούς ή ένα νοσοκομείο, ούτε ποιο ακριβώς οικονομικό όφελος θα προκύψει από την ύπαρξή τους. Γνωρίζουμε ότι τα χρειάζεται, επειδή υπηρετούν μια θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη: τη φροντίδα της ζωής.

Γιατί να μην αναγνωρίζουμε με την ίδια φυσικότητα ότι μια κοινωνία χρειάζεται και θεσμούς που φροντίζουν τη μνήμη της;

Η σύγκριση, ασφαλώς, δεν εξισώνει δύο τόσο διαφορετικές λειτουργίες. Φανερώνει όμως κάτι απλό: δεν χρειάζεται κάθε γενιά να ανακαλύπτει από την αρχή ποιες είναι οι βασικές ανάγκες μιας κοινωνίας. Στο ερώτημα της αξίας των μουσείων έχουν απαντήσει εδώ και αιώνες ιστορικοί, αρχαιολόγοι, ανθρωπολόγοι, μουσειολόγοι, παιδαγωγοί και, τελικά, οι ίδιες οι κοινωνίες που τα δημιούργησαν.

Πολύ πριν υπάρξει τουριστική βιομηχανία, πολύ πριν μιλήσουμε για επισκεψιμότητα, προβολή ενός προορισμού ή οικονομική απόδοση του πολιτισμού, ο άνθρωπος είχε ήδη αντιληφθεί την ανάγκη να συγκεντρώνει και να διαφυλάσσει τα ίχνη του παρελθόντος.

Στην αρχαία Ουρ της Μεσοποταμίας, τον 6ο αιώνα π.Χ., η πριγκίπισσα Ενιγκάλντι, κόρη του βασιλιά Ναβονίδη, είχε συγκεντρώσει αντικείμενα που προέρχονταν από διαφορετικές και πολύ παλαιότερες εποχές. Οι ανασκαφές του Leonard Woolley στην Ουρ, στις αρχές του 20ού αιώνα, έφεραν στο φως αυτή την ασυνήθιστη συλλογή, η οποία έχει μείνει γνωστή ως ένα από τα αρχαιότερα παραδείγματα οργανωμένης μουσειακής συλλογής.

Ανεξάρτητα από το αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για εκείνη ακριβώς τη σημερινή έννοια της λέξης «μουσείο», το ουσιαστικό γεγονός παραμένει εντυπωσιακό: πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, άνθρωποι κοίταξαν αντικείμενα ακόμη παλαιότερων ανθρώπων και θεώρησαν ότι άξιζε να συγκεντρωθούν και να διατηρηθούν.

Όχι για να αυξηθούν οι διανυκτερεύσεις στην Ουρ. Όχι για να ενισχυθεί η τοπική αγορά. Αλλά επειδή είχε ήδη γεννηθεί κάτι βαθύτερο: η συνείδηση ότι το παρελθόν έχει αξία και ότι ορισμένα ίχνη του δεν πρέπει να χαθούν.

Το ίδιο ένστικτο συναντάμε ξανά και ξανά στην ιστορία. Και το συναντάμε χαρακτηριστικά και στη γέννηση του νεότερου ελληνικού κράτους.

Το 1829, σε μια Ελλάδα που μόλις έβγαινε από έναν καταστροφικό αγώνα, με τεράστιες ανάγκες επιβίωσης και οργάνωσης, ιδρύθηκε στην Αίγινα το πρώτο μουσείο του νέου ελληνικού κράτους. Η χώρα δεν περίμενε πρώτα να πλουτίσει για να ασχοληθεί με τη μνήμη της. Η προστασία των αρχαιοτήτων και η συγκρότηση μιας σχέσης με το ιστορικό παρελθόν θεωρήθηκαν από πολύ νωρίς μέρος της ίδιας της συγκρότησης της νέας πολιτείας.

Έχει ενδιαφέρον ότι οι κοινωνίες αναγνώρισαν από νωρίς και άλλες θεμελιώδεις ανάγκες με ανάλογο τρόπο. Στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, τον 4ο αιώνα μ.Χ., η Βασιλειάδα του Μεγάλου Βασιλείου αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα πρώιμα οργανωμένα συγκροτήματα κοινωνικής φροντίδας και περίθαλψης. Και πολύ αργότερα, μέσα στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, θεμελιώθηκε το 1825 στην Ερμούπολη το πρώτο οργανωμένο νοσοκομείο της νεότερης Ελλάδας, το οποίο άρχισε να λειτουργεί το 1827.

Δεν δημιουργήθηκαν τέτοιοι θεσμοί επειδή κάποιος υπολόγισε πρώτα την οικονομική τους απόδοση. Δημιουργήθηκαν επειδή οι κοινωνίες αναγνώρισαν ανάγκες που άξιζε να υπηρετηθούν.

Το μουσείο υπηρετεί ασφαλώς μια εντελώς διαφορετική ανάγκη από ένα νοσοκομείο. Όμως και αυτή είναι ουσιώδης: τη διαφύλαξη της μνήμης, της γνώσης και της ιστορικής συνείδησης μιας κοινωνίας.

Γιατί ένα μουσείο δεν είναι απλώς ένα κτίριο με αντικείμενα του παρελθόντος. Είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους μια κοινωνία οργανώνει τη σχέση της με τον χρόνο. Αποφασίζει τι θα διατηρήσει, τι θα μελετήσει, τι θα ερμηνεύσει και τι θα παραδώσει στους επόμενους.

Και ο σημαντικότερος επισκέπτης του δεν είναι απαραίτητα εκείνος που έρχεται από μακριά. Μπορεί να είναι ένα παιδί που μεγαλώνει λίγα τετράγωνα πιο πέρα.

Ένα παιδί που αντικρίζει ένα αντικείμενο που βρέθηκε στη γη όπου το ίδιο ζει, μια παλιά φωτογραφία ενός δρόμου που διασχίζει καθημερινά ή ένα έργο κάποιου που έζησε στον ίδιο τόπο αιώνες πριν, αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι το περιβάλλον του δεν είναι απλώς το σκηνικό της δικής του ζωής. Προϋπήρξε αυτού. Άλλοι άνθρωποι περπάτησαν εδώ, κοίταξαν την ίδια θάλασσα, εργάστηκαν, δημιούργησαν, αγάπησαν και ονειρεύτηκαν.

Η οικονομική διάσταση ενός μουσείου υπάρχει, φυσικά. Ένα καλό μουσείο μπορεί να προσελκύσει επισκέπτες, να δημιουργήσει δραστηριότητα, να ενισχύσει την τοπική οικονομία και να συμβάλει στην εικόνα μιας πόλης. Όλα αυτά είναι καλοδεχούμενα. Αλλά είναι συνέπειες, όχι ο λόγος της ύπαρξής του.

Διαφορετικά θα έπρεπε να αναρωτηθούμε ποια είναι η οικονομική απόδοση μιας βιβλιοθήκης, πόσο «συμφέρει» ένα ιστορικό αρχείο ή πόσα χρήματα επιστρέφει στην κοινωνία η διάσωση ενός μνημείου.

Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούν να αξιολογηθούν μόνο με αυτούς τους όρους. Όχι επειδή το κόστος τους δεν έχει σημασία, αλλά επειδή κόστος και αξία δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Ιδιαίτερα σε έναν τόπο όπου ο τουρισμός έχει μεγάλη οικονομική σημασία, υπάρχει ένας ακόμη κίνδυνος: να συνηθίσουμε τόσο πολύ να κοιτάζουμε τον τόπο μας μέσα από τα μάτια του επισκέπτη, ώστε να ξεχάσουμε να τον κοιτάζουμε μέσα από τα δικά μας.

Και τότε, χωρίς ίσως να το αντιλαμβανόμαστε, η ιστορία μπορεί να γίνει αφήγημα προβολής, η παράδοση θέαμα και το μνημείο προϊόν.

Όμως ο πολιτισμός δεν δημιουργήθηκε για να διαφημίζει έναν τόπο. Είναι ο ίδιος ο τόπος.

Γι’ αυτό και δεν χρειάζεται να διαφυλάξουμε την ιστορία μας επειδή μπορεί να ενδιαφέρει τους επισκέπτες. Οι επισκέπτες μπορεί να ενδιαφερθούν ακριβώς επειδή εμείς πρώτα σεβαστήκαμε, μελετήσαμε και διαφυλάξαμε την ιστορία μας.

Η διαφορά είναι ουσιαστική. Στη μία περίπτωση ο πολιτισμός γίνεται μέσο για την επίτευξη ενός άλλου σκοπού. Στην άλλη αποτελεί αξία από μόνος του. Και η οικονομική ή τουριστική ωφέλεια, όταν έρχεται, είναι μια ευπρόσδεκτη συνέπεια, όχι η δικαιολογία για την ύπαρξή του.

Πριν λοιπόν αναρωτηθούμε πόσα μουσεία χρειάζεται η Ιεράπετρα, πού πρέπει να βρίσκονται ή πόσους ανθρώπους θα προσελκύσουν, ίσως θα έπρεπε να θέσουμε ένα απλούστερο και ταυτόχρονα δυσκολότερο ερώτημα:

Τι από αυτόν τον τόπο θεωρούμε τόσο σημαντικό ώστε να μην έχουμε το δικαίωμα να το αφήσουμε να χαθεί;

Τι γνωρίζουμε πραγματικά για την ιστορία του; Τι έχουμε καταγράψει; Τι έχουμε διασώσει; Τι παραμένει ακόμη διάσπαρτο; Ποια αντικείμενα, ποια αρχεία, ποιες μαρτυρίες και ποιες ιστορίες κινδυνεύουν να εξαφανιστούν μαζί με τους ανθρώπους που ακόμη τις γνωρίζουν;

Από εκεί αρχίζει, κατά τη γνώμη μου, η συζήτηση για ένα μουσείο.

Γιατί κάθε γενιά παραλαμβάνει έναν τόπο που δεν δημιούργησε από την αρχή και που δεν της ανήκει ολοκληρωτικά. Τον παραλαμβάνει προσωρινά. Μαζί του παραλαμβάνει ένα τοπίο, κτίρια, αντικείμενα, μνημεία, αφηγήσεις και μνήμες. Και κάποια από αυτά έχει την ευθύνη να τα παραδώσει.

Όχι για να κατοικήσουμε στο παρελθόν, ούτε για να μετατρέψουμε την ιστορία σε προϊόν, αλλά για να μπορούμε να προχωρούμε προς το μέλλον χωρίς να έχουμε χάσει τη μνήμη του δρόμου που μας έφερε ως εδώ.

Γιάννης Ανδρουλιδάκης
αρχιτέκτων μηχανικός

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Oldest
Newest Most Voted