⏱ Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 1 λεπτά ανάγνωσης
Δύο χρόνια πριν από την έναρξη της νέας προγραμματικής περιόδου, η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) 2028–2034 βρίσκεται ακόμη σε φάση διαμόρφωσης, με ανοιχτά ζητήματα που αφορούν τόσο τον συνολικό προϋπολογισμό όσο και τον τρόπο κατανομής των πόρων. Μιλώντας στο Ράδιο Λασίθι, ο σύμβουλος αγροτικής ανάπτυξης και υποψήφιος διδάκτωρ Αγροτικής Επιχειρηματικότητας και Branding Τροφίμων Νικόλαος Μπουνάκης, ο οποίος συμμετείχε πρόσφατα στην εσπερίδα «Η Κοινή Αγροτική Πολιτική 2028–2034: Στρατηγικές και Προτεραιότητες για την Περιφέρεια Κρήτης» που διοργάνωσε η Περιφέρεια Κρήτης, ανέλυσε τις προκλήσεις και τα στρατηγικά διλήμματα που αντιμετωπίζει ο αγροτικός τομέας, ιδίως στην περιοχή του Λασιθίου. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν η πιθανή μείωση του ευρωπαϊκού αγροτικού προϋπολογισμού, η αδήριτη ανάγκη εκσυγχρονισμού των θερμοκηπιακών εγκαταστάσεων, οι απειλές από τις εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ με τρίτες χώρες και η εγκατάλειψη γόνιμης γης που πλήττει ιδιαίτερα την Κρήτη, ενώ ο ίδιος επέμεινε ότι ο χρόνος για τη συμμετοχή των τοπικών φορέων στη διαβούλευση είναι τώρα και όχι αργότερα.
Ο προϋπολογισμός της νέας ΚΑΠ και η ελληνική θέση
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τον κ. Μπουνάκη, έχει ήδη καταθέσει πρόταση μείωσης του ευρωπαϊκού αγροτικού προϋπολογισμού κατά 70 δισεκατομμύρια ευρώ, κυρίως για να καλυφθούν αυξημένες ανάγκες σε τομείς όπως η άμυνα. Αν αυτό το σενάριο προχωρήσει, τα κονδύλια που λαμβάνει η Ελλάδα ενδέχεται να μειωθούν από τα σημερινά 19,3 δισεκατομμύρια ευρώ σε περίπου 14 δισεκατομμύρια. Ωστόσο, τόνισε ότι η πρόταση αυτή δεν έχει γίνει αποδεκτή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ χώρες όπως η Γαλλία ασκούν πιέσεις για τη διατήρηση του προϋπολογισμού. «Η Κοινή Αγροτική Πολιτική κατάφερε να δημιουργήσει μία από τις πιο παραγωγικές περιοχές του πλανήτη στην παραγωγή τροφίμων», υπενθύμισε, τονίζοντας ότι η ασφάλεια δεν αφορά μόνο την ενέργεια και την άμυνα αλλά και τη διατροφή.
Υπάρχει παράλληλα και μια εναλλακτική πρόταση, σύμφωνα με τον κ. Μπουνάκη: η μεταφορά αγροτικών πόρων σε εναλλακτικά ταμεία, κατά το πρότυπο του Ταμείου Ανάκαμψης, με πρόβλεψη 10% για τον αγροτικό τομέα. Ωστόσο, οι αγροτικοί φορείς σε πανευρωπαϊκό επίπεδο την έχουν απορρίψει, καθώς σε ένα τέτοιο ανταγωνιστικό πλαίσιο ο αγροτικός τομέας κινδυνεύει να μην μπορέσει να απορροφήσει πόρους. Η θέση που κυριαρχεί αυτή τη στιγμή, εξήγησε, είναι η διατήρηση της διαρθρωτικής δομής σε δύο πυλώνες: ο πρώτος (άμεσες ενισχύσεις) και ο δεύτερος (επενδυτικά μέτρα), όπως ισχύει σήμερα.
Τα κηπευτικά ως στρατηγικός τομέας
Ο κ. Μπουνάκης ανέδειξε με ιδιαίτερη έμφαση τη στρατηγική σημασία του τομέα των κηπευτικών για την κρητική οικονομία: μόλις το 0,5% των καλλιεργούμενων εκτάσεων του νησιού (θερμοκηπιακές καλλιέργειες) αποδίδει περίπου 500 εκατομμύρια ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο μισό αγροτικό εισόδημα της Κρήτης. Παρά τη δυναμική αυτή, η χώρα εξακολουθεί να εμφανίζει τεράστια ελλείμματα στον τομέα, πραγματοποιώντας εισαγωγές κηπευτικών προϊόντων ύψους 2 δισεκατομμυρίων ευρώ. Δεν είναι αποδεκτό, σημείωσε, η Ελλάδα να εισάγει ντομάτες και κηπευτικά από την Ολλανδία, το Βέλγιο και τη Γερμανία, ενώ διαθέτει τις κλιματικές προϋποθέσεις για να τα παράγει η ίδια.
Για τον λόγο αυτό, ζήτησε τα νέα προγράμματα (σχέδια βελτίωσης, επιχειρησιακά σχέδια ομάδων παραγωγών) να στηρίξουν ουσιαστικά τον εκσυγχρονισμό των θερμοκηπιακών εγκαταστάσεων, σημειώνοντας ότι τα τομεακά προγράμματα, τα οποία χρηματοδοτούν κόστος παραγωγής, επενδύσεις και εκσυγχρονισμό υποδομών, είναι πολύ πιο χρήσιμα από τις άμεσες ενισχύσεις, καθώς τα χρήματα επιστρέφουν άμεσα στην παραγωγή.
Κλιματική αλλαγή και εμπορικές απειλές
Δύο μεγάλες απειλές σκιαγράφησε ο κ. Μπουνάκης. Η πρώτη αφορά την κλιματική αλλαγή, η οποία δεν πλήττει μόνο τη Μεσόγειο (ξηρασία, υψηλές θερμοκρασίες, έλλειψη νερού) αλλά δημιουργεί ταυτόχρονα νέες δυνατότητες παραγωγής στην Κεντρική Ευρώπη. Περιοχές που παραδοσιακά αγόραζαν κηπευτικά από τη νότια Ευρώπη μπορούν πλέον να παράγουν οι ίδιες σε ορισμένες εποχές, γεγονός που στενεύει τα παράθυρα της αγοράς για τους Έλληνες παραγωγούς. Αυτή η εξέλιξη αποτελεί, σύμφωνα με τον ίδιο, και αντικείμενο μελέτης στο πλαίσιο της διδακτορικής του διατριβής.
Η δεύτερη αφορά τις εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ, κυρίως τη συμφωνία Mercosur και την αντίστοιχη με την Ινδία, οι οποίες θα επιτρέψουν την εισαγωγή φθηνότερων προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά. Ο κ. Μπουνάκης σημείωσε ότι η χώρα δεν έχει ακόμα μελετήσει τις επιπτώσεις αυτών των συμφωνιών στα τοπικά προϊόντα, κάτι που θεωρεί επείγον. Στο πλαίσιο αυτό, πρότεινε τη δημιουργία ενός κέντρου σε περιφερειακό επίπεδο που θα παρακολουθεί τις εξελίξεις στις αγορές και θα ενημερώνει τους παραγωγούς.
Ομάδες παραγωγών, μικρός κλήρος και εγκατάλειψη γης
Για τον νομό Λασιθίου, ο κ. Μπουνάκης αναγνώρισε ότι ο μικρός κλήρος παραμένει δομικό πρόβλημα, ωστόσο τόνισε ότι οι υπάρχουσες ομάδες παραγωγών, παρά το μικρό τους μέγεθος, λειτουργούν αποτελεσματικά και έχουν πιστοποιηθεί με ποιοτικά πρότυπα που ανταποκρίνονται στις αυξανόμενες απαιτήσεις της αγοράς. Παρόλα αυτά, επέμεινε ότι χρειάζεται να ενταχθούν περισσότεροι παραγωγοί σε συλλογικά σχήματα, είτε μεγάλα είτε ευέλικτα μικρά, ώστε να αντιμετωπίσουν τον αυξημένο ανταγωνισμό. Σημείωσε χαρακτηριστικά ότι ο ίδιος και η ομάδα του συμβάλλουν εδώ και 25 χρόνια στη δημιουργία, ενίσχυση και πιστοποίηση ομάδων παραγωγών στην περιοχή.
Παράλληλα, επεσήμανε ένα ακόμη ανησυχητικό δεδομένο: σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 18% της γόνιμης γης στην Κρήτη εγκαταλείφθηκε μεταξύ 2009 και 2021, φαινόμενο ιδιαίτερα εμφανές σε πρώην αμπελουργικές εκτάσεις και ορεινές ελαιοκομικές ζώνες. Η αξιοποίηση αυτής της γης, σε συνδυασμό με τη σύνδεση της αγροτικής παραγωγής με την τουριστική ζήτηση (5 εκατομμύρια τουρίστες ετησίως στην Κρήτη αποτελούν ουσιαστικά μια διεθνή αγορά), παραμένει ανεκμετάλλευτη ευκαιρία.
Η αρχή της εταιρικής σχέσης και ο ρόλος της Κρήτης
Βασικό σημείο της τοποθέτησης του κ. Μπουνάκη ήταν η αρχή της εταιρικής σχέσης, η οποία στη νέα ΚΑΠ δεν αποτελεί θεωρητική αρχή αλλά θεσμοθετημένη διαδικασία: περιφερειακοί φορείς, κεντρική κυβέρνηση και Ευρωπαϊκή Ένωση καλούνται να συνδιαμορφώσουν τις προτεραιότητες μέσω πρωτοκόλλων διαβούλευσης που θα καταγράφουν τις απόψεις τοπικών φορέων, δήμων, αγροτικών συλλόγων και επιστημονικών ενώσεων. Η Περιφέρεια Κρήτης, τόνισε, είναι η πρώτη που ξεκίνησε αυτή τη συζήτηση, ενώ το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης έχει υποσχεθεί τη δημιουργία ψηφιακής πλατφόρμας στην οποία πολίτες και φορείς θα μπορούν να καταθέτουν τις απόψεις τους. Η πλατφόρμα αυτή δεν έχει ακόμα τεθεί σε λειτουργία.
Κλείνοντας, ο κ. Μπουνάκης κάλεσε τους φορείς του Λασιθίου, τις ομάδες παραγωγών, τους δήμους και τους αγροτικούς συλλόγους να ζητήσουν ενεργή συμμετοχή στη διαβούλευση και να καταθέσουν συγκεκριμένη πρόταση για την ανάπτυξη του αγροτικού τομέα στον νομό, τονίζοντας ότι κάθε Περιφέρεια πρέπει να καταθέσει στρατηγικό σχέδιο που θα λαμβάνεται υπόψη στη χάραξη πολιτικής.
Ο Νικόλαος Μπουνάκης είναι σύμβουλος αγροτικής ανάπτυξης με 25ετή εμπειρία στη συμβουλευτική υποστήριξη ομάδων παραγωγών, ιδίως στον τομέα των θερμοκηπιακών καλλιεργειών, και υποψήφιος διδάκτωρ Αγροτικής Επιχειρηματικότητας και Branding Τροφίμων. Συμμετείχε ως εισηγητής στην πρόσφατη εσπερίδα της Περιφέρειας Κρήτης με θέμα «Η Κοινή Αγροτική Πολιτική 2028–2034: Στρατηγικές και Προτεραιότητες για την Περιφέρεια Κρήτης».


