⏱ Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 1 λεπτά ανάγνωσης
Σοβαρές επιφυλάξεις τόσο για το περιεχόμενο της μελέτης που παρουσιάστηκε την περασμένη Δευτέρα σχετικά με τις λιμενικές υποδομές της Ιεράπετρας, όσο και για τον τρόπο με τον οποίο τέθηκε στη δημόσια συζήτηση, διατυπώθηκαν μέσα από τις παρεμβάσεις του επικεφαλής της μείζονος μειοψηφίας του Δημοτικού Συμβουλίου Ιεράπετρας, Γιάννη Γουλιδάκη, και του προέδρου του Συλλόγου Επαγγελματιών Αλιέων Ιεράπετρας, Λάμπη Τζαράκη, μιλώντας στο Ράδιο Λασίθι.
Η παρουσίαση της μελέτης, που αφορά το αλιευτικό καταφύγιο και συνολικά παρεμβάσεις στη λιμενική ζώνη της πόλης, άνοιξε εκ νέου μια συζήτηση που στην Ιεράπετρα παραμένει ανοιχτή εδώ και δεκαετίες: τι είδους λιμάνι χρειάζεται πραγματικά η πόλη, ποια έργα μπορούν να προχωρήσουν με τα σημερινά δεδομένα και αν οι προτεινόμενες λύσεις απαντούν στις ανάγκες της περιοχής ή απλώς επιχειρούν μια διαχειριστική τακτοποίηση ενός χρόνιου προβλήματος.
Από τη μία πλευρά, ο κ. Γουλιδάκης αναγνώρισε ότι πρόκειται για μια σοβαρή μελετητική προσπάθεια, η οποία επιχειρεί να βάλει σε μια σειρά χρόνιες εκκρεμότητες και να δώσει μια συγκεκριμένη κατεύθυνση για τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Ιεράπετρα στη θάλασσα και στις μεταφορές. Από την άλλη, υπογράμμισε ότι ούτε οι παρατάξεις ούτε οι θεσμικοί φορείς είχαν στα χέρια τους το υλικό της μελέτης πριν από την παρουσίασή της, ώστε να μπορέσουν να το αξιολογήσουν και να συμβάλουν ουσιαστικά στον διάλογο. Την ίδια στιγμή, ο κ. Τζαράκης εμφανίστηκε κατηγορηματικά αντίθετος σε βασικές προβλέψεις της μελέτης, κάνοντας λόγο ακόμη και για «εγκληματική ενέργεια» σε ό,τι αφορά την προτεινόμενη αλλαγή της εισόδου του λιμανιού από τη δυτική πλευρά.
Η ανάγκη για στρατηγική, αλλά και τα ερωτήματα που μένουν ανοιχτά
Ο Γιάννης Γουλιδάκης τοποθέτησε τη συζήτηση σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, σημειώνοντας ότι η μελέτη εντάσσεται σε μια μακρά προσπάθεια του Δήμου Ιεράπετρας να χαράξει στρατηγική για τη σχέση της πόλης με τη θάλασσα, τις λιμενικές της υποδομές και τη θέση που θα μπορούσε να διεκδικήσει στο μέλλον, τόσο στο πεδίο των μεταφορών όσο και στο τουριστικό και αναπτυξιακό πεδίο.
Όπως ανέφερε, η Ιεράπετρα συζητά εδώ και πολλά χρόνια για την ανάγκη να αποκτήσει πιο ισχυρό ρόλο σε ό,τι αφορά τις θαλάσσιες υποδομές, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχει καταφέρει να φτάσει σε ένα οριστικό σχέδιο με σαφή στόχο και χρηματοδοτική κατεύθυνση. Στο πλαίσιο αυτό, εκτίμησε ότι η παρουσίαση της μελέτης είναι μια θετική εξέλιξη ως πρωτοβουλία, ωστόσο δεν αρκεί από μόνη της αν δεν συνοδεύεται από ανοιχτή και έγκαιρη διαβούλευση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο γεγονός ότι, όπως είπε, η παράταξή του αλλά και συνολικά οι δημοτικοί σύμβουλοι δεν είχαν ενημερωθεί το προηγούμενο διάστημα για το περιεχόμενο της μελέτης, τις εναλλακτικές που εξετάστηκαν ή την τελική πρόταση των μελετητών. Όπως σημείωσε, δεν ζητούσε κανείς να αποδεχθεί εκ των προτέρων το σχέδιο, αλλά να έχει τουλάχιστον πρόσβαση στα στοιχεία ώστε η δημόσια συζήτηση να γίνει με προετοιμασία και ουσία.
Κατά τον ίδιο, αυτή η έλλειψη ενημέρωσης στερεί από τη διαδικασία τη δυνατότητα μιας πραγματικά δημιουργικής διαβούλευσης με τη συμμετοχή του Δημοτικού Συμβουλίου, των μηχανικών, του Τεχνικού Επιμελητηρίου, του Εμπορικού Συλλόγου και των επαγγελματιών που επηρεάζονται άμεσα από τις παρεμβάσεις στην παραλιακή ζώνη και το λιμάνι.
Η μελέτη, η αρχαιολογία και η αλλαγή προσανατολισμού της εισόδου
Ο κ. Γουλιδάκης στάθηκε ιδιαίτερα στο νέο στοιχείο που, όπως είπε, εισάγει η μελέτη: την αλλαγή κατεύθυνσης της εισόδου του λιμανιού. Πρόκειται για το σημείο που έχει πυροδοτήσει και τις μεγαλύτερες αντιδράσεις, καθώς συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια του καταφυγίου σε συνθήκες κακοκαιρίας.
Ο ίδιος δεν απέρριψε με απόλυτο τρόπο την πρόταση, τόνισε όμως ότι για ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα απαιτείται πολύ πιο τεκμηριωμένη συζήτηση, με τη συνδρομή ειδικών σε θέματα ακτομηχανικής και λιμενικών έργων, ώστε να διαπιστωθεί αν πράγματι μια τέτοια αλλαγή μπορεί να λειτουργήσει ή αν εγκυμονεί νέους κινδύνους.
Παράλληλα, σημείωσε ότι οι μελετητές φαίνεται να έλαβαν σοβαρά υπόψη τους περιορισμούς που θέτει η αρχαιολογία, η οποία επηρεάζει καθοριστικά τις δυνατότητες επέκτασης ή ανασχεδιασμού των υποδομών. Ωστόσο, ο ίδιος υποστήριξε ότι η αρχαιολογική διάσταση δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα απολύτως αξεπέραστο εμπόδιο, αλλά ως μια παράμετρος που μπορεί να συνυπάρξει με αναπτυξιακές παρεμβάσεις, εφόσον υπάρξει σοβαρή επιστημονική τεκμηρίωση και σαφής αναγκαιότητα.
Μάλιστα, ανέφερε ως παράδειγμα άλλες περιοχές της χώρας όπου έχουν προχωρήσει παρεμβάσεις ακόμη και σε περιβάλλον με έντονο αρχαιολογικό αποτύπωμα, επισημαίνοντας ότι αυτό που λείπει στην περίπτωση της Ιεράπετρας είναι η συνολική εικόνα και η επαρκής τεκμηρίωση για το πώς ακριβώς συνδέονται οι επιμέρους επιλογές της μελέτης με τη λειτουργία του λιμανιού, την προστασία του Καλέ, την ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων και τη μελλοντική αναπτυξιακή προοπτική της πόλης.
«Δεν δίνει την πνοή που ζητά ο τόπος εδώ και δεκαετίες»
Ένα από τα βασικά σημεία της παρέμβασής του ήταν ότι, ακόμη και αν η συγκεκριμένη λύση προχωρήσει, δεν φαίνεται να απαντά στο μεγάλο και διαχρονικό αίτημα για μια πιο φιλόδοξη λιμενική υποδομή στην Ιεράπετρα. Όπως είπε, η μελέτη μπορεί να βελτιώνει ορισμένα δεδομένα και να αυξάνει τη χωρητικότητα, αλλά δεν δίνει, κατά την άποψή του, την αναπτυξιακή «πνοή» που διεκδικεί ο τόπος εδώ και δεκαετίες.
Συνέδεσε μάλιστα αυτή την ανάγκη με τις ευρύτερες γεωπολιτικές και ενεργειακές εξελίξεις νότια της Κρήτης, υποστηρίζοντας ότι η Ιεράπετρα θα έπρεπε να διεκδικεί περισσότερα σε επίπεδο λιμενικής παρουσίας και ρόλου. Με αυτό το σκεπτικό, υπονόησε ότι η παρούσα μελέτη ίσως καλύπτει ένα μέρος των αναγκών, αλλά δεν συνιστά την ολοκληρωμένη απάντηση που απαιτεί η θέση της πόλης στον χάρτη της νότιας Κρήτης.
Καταγγελία για έλλειψη ενημέρωσης και θεσμικής λειτουργίας
Πέρα από την ουσία της μελέτης, ο επικεφαλής της μειοψηφίας έθεσε και ζήτημα θεσμικής λειτουργίας. Όπως είπε, δεν υπήρξε ενημέρωση ούτε στο Λιμενικό Ταμείο ούτε στους δημοτικούς συμβούλους, ενώ έκανε λόγο για μια γενικότερη δυσλειτουργία επιτροπών και διαδικασιών του Δήμου, που δεν επιτρέπει την έγκαιρη ανταλλαγή απόψεων πάνω σε κρίσιμα ζητήματα.
Χαρακτηριστικά υποστήριξε ότι η δημοτική αρχή όφειλε να έχει δώσει τα στοιχεία της μελέτης εκ των προτέρων στους αιρετούς και στους φορείς, ώστε η συζήτηση να μη γίνει εκ των υστέρων και υπό την πίεση των αντιδράσεων. Στο ίδιο πλαίσιο, ανέφερε ότι μια τέτοια πρακτική δεν βοηθά ούτε τους μελετητές, ούτε τους επαγγελματίες της περιοχής, ούτε τελικά την ίδια την πόλη να καταλήξει σε ένα σχέδιο με τη μεγαλύτερη δυνατή αποδοχή.
Η σαφής αντίδραση των αλιέων
Από την πλευρά των επαγγελματιών αλιέων, η στάση ήταν σαφώς πιο αιχμηρή. Ο πρόεδρος του Συλλόγου Επαγγελματιών Αλιέων Ιεράπετρας, Λάμπης Τζαράκης, απέρριψε ανοιχτά τον πυρήνα της μελέτης, δηλώνοντας ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι ψαράδες διαφωνούν με όσα παρουσιάστηκαν.
Με ιδιαίτερα έντονο τρόπο, υποστήριξε ότι η σκέψη να αλλάξει η είσοδος του λιμανιού και να ανοίξει από τη δυτική πλευρά, δηλαδή από την πλευρά όπου χτυπούν οι κυρίαρχοι δυτικοί και νοτιοδυτικοί άνεμοι, είναι μια επιλογή βαθιά λανθασμένη και επικίνδυνη. Επικαλέστηκε την πολύχρονη εμπειρία των αλιέων στη θάλασσα της Ιεράπετρας, λέγοντας ότι όσοι ζουν καθημερινά το λιμάνι γνωρίζουν από πρώτο χέρι πώς συμπεριφέρεται ο καιρός, ποιοι άνεμοι επικρατούν τις περισσότερες ημέρες του χρόνου και από ποια κατεύθυνση προέρχονται οι σοβαρότεροι κίνδυνοι για τα σκάφη και τις εγκαταστάσεις.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι βορειοανατολικοί και ανατολικοί άνεμοι είναι σαφώς λιγότερο συχνοί, ενώ οι δυτικοί, νοτιοδυτικοί και νότιοι άνεμοι είναι εκείνοι που κυριαρχούν μεγάλο μέρος του χρόνου και προκαλούν τις πιο δύσκολες συνθήκες. Για τον λόγο αυτό, εκτίμησε ότι ένα άνοιγμα της εισόδου προς τη δυτική πλευρά θα εξέθετε το καταφύγιο ακριβώς στο πιο προβληματικό μέτωπο.
Η εμπειρία της θάλασσας απέναντι στη μελετητική προσέγγιση
Ο κ. Τζαράκης επέμεινε ότι οι παλιοί σχεδιασμοί του λιμανιού δεν έγιναν τυχαία και ότι όσοι επέλεξαν τον σημερινό προσανατολισμό της εισόδου γνώριζαν πολύ καλά τις ιδιαιτερότητες της περιοχής. Στην αφήγησή του συνέδεσε την ιστορία της κατασκευής του λιμανιού με τις τότε παρεμβάσεις των ψαράδων και με τη γνώση που υπήρχε για το πού έπρεπε να θεμελιωθεί και πώς να προστατευθεί το καταφύγιο, ώστε να αντέχει στα δύσκολα καιρικά φαινόμενα.
Αναφερόμενος μάλιστα στις πρόσφατες κακοκαιρίες, περιέγραψε εικόνες έντονης θαλασσοταραχής και υποστήριξε ότι ακόμη και με τη σημερινή διαμόρφωση το λιμάνι πιέζεται ισχυρά όταν επικρατούν δυτικοί άνεμοι. Κατά τη δική του εκτίμηση, χωρίς τις παρεμβάσεις θωράκισης που έχουν γίνει κατά καιρούς με ογκολίθους και μπλόκια, οι ζημιές θα ήταν πολύ σοβαρότερες.
Σε αυτό το πλαίσιο, απέρριψε τη λογική ότι το πρόβλημα μπορεί να λυθεί με αλλαγή της εισόδου και υποστήριξε ότι οι πραγματικές ανάγκες είναι διαφορετικές: ενίσχυση και θωράκιση των υφιστάμενων υποδομών, καλύτερη προστασία του φρουρίου Καλέ και στοχευμένες ήπιες παρεμβάσεις με χαμηλότερο κόστος.
Η εναλλακτική πρόταση των αλιέων
Ο πρόεδρος των αλιέων παρουσίασε και τη δική του λογική για το τι θα έπρεπε να γίνει. Όπως είπε, η λύση δεν βρίσκεται σε μια ριζική ανατροπή της λειτουργίας του λιμανιού, αλλά σε δύο συγκεκριμένες παρεμβάσεις μικρότερης κλίμακας.
Η πρώτη αφορά την κατασκευή ενός μικρού ακρομολίου, ενός «μπαστουνιού» όπως χαρακτηριστικά είπε, μήκους περίπου 40 έως 50 μέτρων, από την περιοχή του φαναριού προς τον φάρο και τη ρηχάδα, ώστε να ενισχυθεί η προστασία της κάτω πλευράς, να περιοριστεί η πίεση της θάλασσας και να προστατευθεί καλύτερα και το Καλέ.
Η δεύτερη αφορά τη «Ναυμαχία», την οποία οι αλιείς θεωρούν ότι μπορεί να γίνει λειτουργική για τα μικρότερα σκάφη, αρκεί να καθαριστεί ο πόρος και να γίνουν ορισμένες συμπληρωματικές διαμορφώσεις με μικρής κλίμακας προστατευτικό έργο, ώστε να μην επηρεάζεται η είσοδος από τους δυτικούς ανέμους. Με αυτόν τον τρόπο, όπως υποστήριξε, τα μικρά βαρκάκια θα μπορούσαν να μεταφερθούν εκεί, να αποσυμφορηθεί το κυρίως λιμάνι και να βελτιωθεί συνολικά η λειτουργία της λιμενικής ζώνης χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο το αλιευτικό καταφύγιο.
Ο Λάμπης Τζαράκης μετέφερε κλίμα έντονης αναστάτωσης μεταξύ των επαγγελματιών της περιοχής, λέγοντας ότι υπάρχει ήδη ξεσηκωμός στην «κάτω μεριά» της πόλης για όσα παρουσιάστηκαν. Ξεκαθάρισε ότι, αν επιχειρηθεί να προχωρήσει η προτεινόμενη λύση χωρίς αλλαγές, οι αλιείς θα αντιδράσουν.
Η αντίδραση αυτή δεν αφορά μόνο μια τεχνική διαφωνία, αλλά μια βαθύτερη σύγκρουση ανάμεσα στην τεχνοκρατική ανάγνωση του έργου και στη βιωματική γνώση ανθρώπων που εργάζονται καθημερινά στη θάλασσα. Αυτό ακριβώς είναι και το σημείο που ανέδειξε, έστω με διαφορετικό τρόπο, και ο Γιάννης Γουλιδάκης: ότι για να υπάρξει πειστική συνέχεια, οι επιστήμονες και οι μελετητές οφείλουν να τεκμηριώσουν πολύ πιο καθαρά τις επιλογές τους απέναντι στους ανθρώπους που γνωρίζουν εμπειρικά το πεδίο.
Η επόμενη φάση της συζήτησης θα κριθεί προφανώς από το αν η δημοτική αρχή, το Λιμενικό Ταμείο και οι μελετητές θα επιλέξουν να ανοίξουν πλήρως τα στοιχεία της μελέτης στους αιρετούς, στους επιστημονικούς φορείς και στους επαγγελματίες της περιοχής. Γιατί, σε ένα έργο που αγγίζει ταυτόχρονα την ασφάλεια του λιμανιού, την προστασία του παραλιακού μετώπου, το μέλλον του αλιευτικού καταφυγίου και τη σχέση της πόλης με τη θάλασσα, η τελική κρίση δεν μπορεί να βασιστεί ούτε μόνο στη διοικητική παρουσίαση ούτε μόνο στην εμπειρική βεβαιότητα.


