«Οι προσδοκίες ξεπεράστηκαν» – Η FreshExpo και η ανάγκη για οργανωμένη εξωστρέφεια στην αγροτική Ιεράπετρα

⏱ Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 1 λεπτά ανάγνωσης

Η πρώτη Fresh Expo της Ιεράπετρας έκλεισε τις πύλες της την Κυριακή αφήνοντας πίσω της κάτι περισσότερο από μια τριήμερη διοργάνωση. Άφησε μια πρώτη, χειροπιαστή αίσθηση ότι η περιοχή μπορεί να στήσει με τις δικές της δυνάμεις ένα εκθεσιακό γεγονός με επαγγελματικό αποτύπωμα, διεθνείς επαφές και πραγματικό ενδιαφέρον για την επόμενη μέρα του πρωτογενούς τομέα. Η πρώτη αποτίμηση που έγινε σήμερα στον αέρα του Ράδιο Λασίθι από τον Σύλλα Λουτσέτη, έναν εκ των βασικών διοργανωτών και συντελεστών της έκθεσης, κινήθηκε ακριβώς σε αυτό το μήκος κύματος: ικανοποίηση για το αποτέλεσμα, αναγνώριση των αδυναμιών και καθαρή στόχευση για τη συνέχεια.

Στην ίδια συζήτηση για το τι μένει τελικά από αυτή την πρώτη προσπάθεια, μια δεύτερη, πιο στρατηγική διάσταση έδωσε και ο Ιωάννης Κοπανάκης, ένας από τους ομιλητές της έκθεσης. Η δική του οπτική δεν στάθηκε μόνο στο αν η διοργάνωση πέτυχε οργανωτικά ή εμπορικά, αλλά στο πώς η Ιεράπετρα μπορεί να αξιοποιήσει τέτοιες πρωτοβουλίες για να περάσει από την παραγωγή στην οργανωμένη εξωστρέφεια, στοχεύοντας σε καλύτερο μάρκετινγκ, πιο καθαρή ταυτότητα προϊόντων και μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία.

Ο κ. Λουτσέτης εμφανίστηκε ιδιαίτερα ικανοποιημένος από το συνολικό αποτέλεσμα, σημειώνοντας ότι οι αρχικές προσδοκίες όχι μόνο καλύφθηκαν αλλά ξεπεράστηκαν. Όπως ανέφερε, το βασικό στοίχημα του στησίματος, των συνεργασιών και των συνομιλιών κερδήθηκε, ενώ η γενική εικόνα που αποκόμισε η οργανωτική πλευρά είναι ότι οι εκθέτες που συμμετείχαν βγήκαν από την έκθεση με θετικό πρόσημο. Μάλιστα, με μια φράση που αποτυπώνει και το κλίμα αυτοπεποίθησης που άφησε η πρώτη διοργάνωση, εκτίμησε ότι όσοι δεν συμμετείχαν πιθανότατα ήδη το έχουν μετανιώσει.

Στο ίδιο πλαίσιο αποκάλυψε ότι ήδη έχει δοθεί ένας πρώτος ορίζοντας για τη συνέχεια, με την επόμενη Fresh Expo να τοποθετείται χρονικά στον Νοέμβριο του 2027. Όπως εξήγησε, αυτή η κατεύθυνση προέκυψε και από τα μηνύματα που έστειλαν οι εμπορικοί επισκέπτες από το εξωτερικό, οι οποίοι ενθουσιάστηκαν από το γεγονός ότι μπόρεσαν να δουν σε ένα σημείο συγκεντρωμένο τον παραγωγικό ιστό της περιοχής, χωρίς να χρειάζεται να μετακινούνται διάσπαρτα για επαφές. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πιο έμπειροι από αυτούς υπέδειξαν ότι η αρχή της εμπορικής περιόδου είναι ίσως το πιο κατάλληλο χρονικό σημείο για μια τέτοια έκθεση, ώστε να μπορεί να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά και σε επίπεδο συμφωνιών.

Ο κ. Λουτσέτης στάθηκε ιδιαίτερα και στη σημασία των διεθνών επαφών που αναπτύχθηκαν μέσα από τη διοργάνωση. Όπως είπε, οι ξένοι προσκεκλημένοι δεν περιορίστηκαν σε μια τυπική περιήγηση στα περίπτερα, αλλά είδαν τα προϊόντα, τα γεύτηκαν και επισκέφθηκαν τα χωράφια για να διαπιστώσουν από κοντά τον τρόπο με τον οποίο παράγονται. Οι επισκέπτες προήλθαν από χώρες όπως η Γερμανία, η Πολωνία, η Βουλγαρία, η Αλβανία, η Ρουμανία, το Κόσοβο και η Τσεχία, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η έκθεση κατάφερε από την πρώτη κιόλας χρονιά να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας με ξένες αγορές.

Την ίδια ώρα, στη συζήτηση αναδείχθηκε και ένα κρίσιμο συμπέρασμα που ξεπερνά τα στενά όρια της ίδιας της έκθεσης: η ανάγκη για μεγαλύτερη οργάνωση και συνεργασία στο παραγωγικό και εμπορικό επίπεδο. Με αφορμή την παρατήρηση ότι ένας μεμονωμένος παραγωγός με μικρό κλήρο δεν μπορεί εύκολα να καλύψει τις ανάγκες μεγάλων αγορών ή αλυσίδων, ο κ. Λουτσέτης ήταν σαφής. Όπως είπε, οι αγρότες σήμερα λειτουργούν ως επαγγελματίες και άρα χρειάζονται επαγγελματικές συμφωνίες και επαγγελματικές δομές. Εκεί, όπως τόνισε, προκύπτει η ανάγκη για νέες συνεργασίες, είτε μέσα από υφιστάμενους συνεταιρισμούς είτε μέσα από νέα σχήματα που θα επιτρέψουν στους παραγωγούς να αποκτήσουν μεγαλύτερη εμπορική δύναμη.

Η αποτίμησή του, πάντως, δεν ήταν άκριτα πανηγυρική. Ο ίδιος αναγνώρισε ότι υπήρξαν παρατηρήσεις και οργανωτικά ζητήματα που πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη ενόψει της επόμενης διοργάνωσης. Ένα από αυτά ήταν η εικόνα της δεύτερης ημέρας, του Σαββάτου, όταν το πρόγραμμα ήταν αφιερωμένο κυρίως στους επαγγελματίες, με αποτέλεσμα η προσέλευση να είναι πιο αραιή και η κίνηση στον χώρο να μην αποτυπώνει εύκολα το τι πραγματικά συνέβαινε σε επίπεδο επαφών. Επίσης, όπως σημείωσε, οι B2B συναντήσεις έγιναν σε μεγάλο βαθμό μέσα στα ίδια τα περίπτερα και όχι στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο, ακριβώς επειδή υπήρχε χρόνος και άνεση για συνομιλίες στους διαδρόμους.

Παράλληλα, ο κ. Λουτσέτης παραδέχθηκε και τεχνικά ή οργανωτικά ζητήματα στο στήσιμο, σημειώνοντας ότι οι διοργανωτές δεν είχαν προηγούμενη εμπειρία από μια τέτοια έκθεση και λειτούργησαν σε αρκετά σημεία ως «ερασιτέχνες» με την καλή έννοια του όρου, δηλαδή άνθρωποι που επιχειρούν κάτι μεγάλο για πρώτη φορά. Όπως είπε, έχουν ήδη καταγραφεί οι αναγκαίες διορθώσεις, οι οποίες μπορεί να μην επηρέασαν ουσιαστικά τη λειτουργία της διοργάνωσης, αλλά θεωρούνται απαραίτητες για να γίνει το επόμενο βήμα με πιο σταθερούς όρους.

Αν ο Σύλλας Λουτσέτης έδωσε τη λειτουργική και οργανωτική αποτίμηση της Fresh Expo, ο Ιωάννης Κοπανάκης έδωσε μια άλλη ανάγνωση: αυτή της στρατηγικής αξιοποίησης της έκθεσης ως εργαλείου εξωστρέφειας. Μιλώντας στο Ράδιο Λασίθι, σημείωσε ότι η περιοχή έχει επενδύσει εδώ και χρόνια κυρίως στον πρωτογενή τομέα, πολύ λιγότερο όμως στην τυποποίηση, στο εμπόριο και ακόμη λιγότερο στο σύγχρονο μάρκετινγκ. Κατά τον ίδιο, η διοργάνωση ήταν εξαιρετικά σημαντική ακριβώς επειδή, αντί να αναγκάζονται οι παραγωγοί να ταξιδεύουν μεμονωμένα και με μεγάλο κόστος σε εκθέσεις του εξωτερικού, έφερε τους υποψήφιους συνεργάτες και αγοραστές στον ίδιο τον τόπο παραγωγής.

Σε αυτή τη βάση, υπογράμμισε ότι η Fresh Expo έδωσε μια ουσιαστική ευκαιρία στον πρωτογενή τομέα της Ιεράπετρας να κάνει το επόμενο βήμα. Το σημείο-κλειδί, όπως τόνισε, είναι ότι η περιοχή έχει ήδη κατακτήσει το κομμάτι της παραγωγής και της ποιότητας. Αυτό που λείπει πλέον είναι μια πιο συστηματική στρατηγική εξωστρέφειας, ώστε η φήμη των προϊόντων να προηγείται και να ανοίγει τον δρόμο για συνεργασίες με μεγάλες αλυσίδες και εμπορικούς κόμβους. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να υπάρχει καλό προϊόν. Πρέπει να υπάρχει και η σωστή εικόνα του προϊόντος στις σωστές αγορές, την κατάλληλη στιγμή.

Ο κ. Κοπανάκης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο ότι αυτή η προσπάθεια δεν μπορεί πλέον να γίνεται «στα τυφλά». Όπως εξήγησε, μέχρι σήμερα κυριαρχούν συχνά γενικές εκτιμήσεις ή πρόχειρες υποθέσεις για το σε ποιες χώρες και σε ποια αγοραστικά κοινά μπορούν να απευθυνθούν τα προϊόντα της Ιεράπετρας. Αυτό, όμως, όπως είπε, πρέπει να αντικατασταθεί από πιο στοχευμένη έρευνα. Χρειάζεται να αναλυθεί ποιο κοινό ενδιαφέρεται για ποιο προϊόν, ποια χαρακτηριστικά εκτιμά περισσότερο, τι χρειάζεται να αλλάξει ή να ενισχυθεί στο branding και ποια είναι η κατάλληλη μορφή προώθησης.

Έφερε μάλιστα συγκεκριμένα παραδείγματα, λέγοντας ότι σε ορισμένες αγορές μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερη ζήτηση για υγιεινά ή βιολογικά προϊόντα, άρα εκεί η ταυτότητα της περιοχής θα πρέπει να προβάλλεται περισσότερο γύρω από αυτά τα στοιχεία. Σε άλλες περιπτώσεις, το ενδιαφέρον μπορεί να στρέφεται περισσότερο σε μικρές ντομάτες ή ντοματίνια, γεγονός που σημαίνει ότι και η παραγωγική και η εμπορική στρατηγική θα πρέπει να προσαρμόζονται αντίστοιχα. Κατά τον ίδιο, τέτοιου είδους συμπεράσματα μπορούν πλέον να προκύψουν από την ανάλυση των συζητήσεων που γίνονται στα social media και συνολικά στο διαδίκτυο, προσφέροντας σε παραγωγούς και συλλογικά σχήματα ένα πολύ πιο καθαρό εργαλείο προσανατολισμού.

Δεν έμεινε όμως μόνο στο ίδιο το προϊόν. Ο Ιωάννης Κοπανάκης άνοιξε και το ζήτημα της συσκευασίας, σημειώνοντας ότι η εμπορική αξία δεν εξαρτάται μόνο από την ποιότητα αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο το προϊόν φτάνει στον τελικό καταναλωτή. Αντί, όπως είπε χαρακτηριστικά, να περιορίζεται κανείς στο τελάρο, μπορεί να επενδύσει σε πιο λειτουργικές και ελκυστικές μορφές συσκευασίας, προσαρμοσμένες στις ανάγκες συγκεκριμένων καταναλωτικών συνηθειών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η πρότασή του για πιο ουσιαστική διασύνδεση του αγροτικού κόσμου της περιοχής με τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα της Κρήτης. Όπως ανέφερε, το νησί διαθέτει εξαιρετικά πανεπιστημιακά και ερευνητικά ιδρύματα, από το ΕΛΜΕΠΑ και το Πανεπιστήμιο Κρήτης μέχρι το Πολυτεχνείο Κρήτης, το ΙΤΕ και τον ΕΛΓΟ Δήμητρα, με επιστήμονες που επιθυμούν να δουν την έρευνά τους να εφαρμόζεται στο πεδίο. Η δική του πρόταση ήταν να καταγραφούν και να δημοσιοποιηθούν πέντε έως δέκα μεγάλα προβλήματα του κλάδου, ώστε να κληθούν στη συνέχεια τα ερευνητικά κέντρα να δουλέψουν πάνω σε αυτά με συγκεκριμένο προσανατολισμό.

Αυτό που αναδείχθηκε τελικά μέσα από τις δύο παρεμβάσεις είναι ότι η Fresh Expo δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως μια επιτυχημένη πρώτη διοργάνωση. Αντιμετωπίζεται ήδη ως αφετηρία. Από τη μία πλευρά, ως ένα πρακτικό μοντέλο που απέδειξε ότι η Ιεράπετρα μπορεί να φέρει στον ίδιο χώρο παραγωγούς, εκθέτες και ξένους εμπορικούς επισκέπτες. Από την άλλη, ως μια ευκαιρία να ανοίξει πιο σοβαρά η συζήτηση για το πώς ο τόπος θα περάσει από την καλή παραγωγή στην καλύτερη τοποθέτηση των προϊόντων του στην αγορά.

Το πρώτο βήμα, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν σήμερα στο Ράδιο Λασίθι, έγινε. Το πιο δύσκολο και πιο ουσιαστικό είναι αυτό που ακολουθεί: να μετατραπεί ο ενθουσιασμός της πρώτης φοράς σε σταθερό σχέδιο, σε πιο ώριμες συνεργασίες και σε μια νέα κουλτούρα εξωστρέφειας που θα δώσει στα προϊόντα της Ιεράπετρας μεγαλύτερη αξία, μεγαλύτερη αναγνώριση και πιο ισχυρή θέση στις αγορές του μέλλοντος.

0 0 votes
Article Rating
Διαφημίσεις
Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Oldest
Newest Most Voted
Inline Feedbacks
View all comments