Αυξημένα μεροκάματα των εργατών, μειωμένες τιμές παραγωγού και φαινόμενα παραπλάνησης στην αγορά απειλούν τη βιωσιμότητα της ελαιοκομίας στην Κρήτη.
Τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα το κρητικό ελαιόλαδο, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος παραγωγής αυξάνεται και οι τιμές παραγωγού δέχονται πιέσεις, ανέδειξε σε συνέντευξή του στο Ράδιο Λασίθι ο κ. Μιχάλης Καμπιτάκης μέλος της ΕΑΣ από το Ηράκλειο και ο πρώην εντεταλμένος περιφερειακός σύμβουλος αγροτικών θεμάτων κ. Γιώργος Τσιφετάκης.
Αυξάνεται το κόστος συγκομιδής
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που επιβαρύνουν τους ελαιοπαραγωγούς είναι το αυξημένο κόστος των εργατικών χεριών. Η συγκομιδή της ελιάς απαιτεί σημαντικό αριθμό εργαζομένων, ιδιαίτερα σε περιόδους αιχμής, με αποτέλεσμα τα έξοδα να αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για την οικονομική απόδοση κάθε ελαιώνα.
Οι τιμές στα μεροκάματα κατά τη φετινή ελαιοκομική χρονιά φαίνεται να κυμαίνονται παραπάνω από τις περυσινές οι οποίες μπορεί να ξεπεράσουν τα 70 ευρώ.
Για πολλούς παραγωγούς, η εξασφάλιση εργατικού δυναμικού και η κάλυψη των σχετικών δαπανών αποτελούν πλέον μια δύσκολη εξίσωση. Το κόστος της συγκομιδής, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα έξοδα καλλιέργειας, περιορίζει το περιθώριο κέρδους και δημιουργεί αβεβαιότητα για τη συνέχιση της δραστηριότητας.
Οι πιέσεις στις τιμές του ελαιολάδου
Στη συνέντευξή του, ο Μιχάλης Καμπιτάκης και ο Γιώργος Τσιφετάκης ανέδειξαν και το ζήτημα των μειωμένων τιμών του ελαιολάδου, το οποίο απασχολεί έντονα τον παραγωγικό κόσμο της Κρήτης.
Η διαμόρφωση των τιμών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την πορεία της ελαιοκομικής χρονιάς, καθώς από αυτήν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό εάν η παραγωγή θα αποφέρει ικανοποιητικό εισόδημα. Όταν οι τιμές παραγωγού μειώνονται, ενώ τα έξοδα για εργασία, καλλιεργητικές φροντίδες και συγκομιδή παραμένουν υψηλά, η οικονομική πίεση μεταφέρεται άμεσα στον ελαιοπαραγωγό.
Το «βάφτισμα» ξένου ελαιολάδου ως κρητικού
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσαν στο ζήτημα της παραπλανητικής προώθησης ελαιολάδου ως κρητικού, όταν η πραγματική προέλευση του προϊόντος είναι διαφορετική ή δεν τεκμηριώνεται επαρκώς.
Το κρητικό ελαιόλαδο έχει κατακτήσει τη δική του θέση στην αγορά χάρη στη φήμη, την ποιότητα και τη σύνδεσή του με τον τόπο παραγωγής. Η ονομασία «κρητικό» δεν αποτελεί απλώς ένα εμπορικό πλεονέκτημα, αλλά συνδέεται με την ταυτότητα του προϊόντος, την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και την προσπάθεια των τοπικών παραγωγών να διατηρήσουν την αξία της παραγωγής τους.
Όταν, λοιπόν, ελαιόλαδο άλλης προέλευσης παρουσιάζεται ως κρητικό, δημιουργούνται σοβαρά ζητήματα αθέμιτου ανταγωνισμού και παραπλάνησης του καταναλωτή. Οι παραγωγοί που επωμίζονται το κόστος της καλλιέργειας και της συγκομιδής κινδυνεύουν να βρεθούν σε μειονεκτική θέση απέναντι σε πρακτικές που αξιοποιούν τη φήμη του κρητικού προϊόντος χωρίς να διασφαλίζουν την πραγματική του προέλευση.
Last Updated on 1 ημέρα ago by energinews admin


