Το Σ.Δ.Ε. Αγίου Νικολάου στο Λαογραφικό και Ιστορικό Μουσείο της Κριτσάς

⏱ Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 1 λεπτά ανάγνωσης

To Σ.Δ.Ε. του Αγίου Νικολάου συναντήθηκε δημιουργικά, μέσω της ξεναγού Μαρίας Μασσάρου,  με το νέο Λαογραφικό και Ιστορικό Μουσείο της Κριτσάς, που στεγάζεται στο παλιό δημοτικό σχολείο, κτίσμα του οποίου η θεμελίωση αποφασίστηκε το έτος 1861, ενώ η ανέγερσή του εγκρίθηκε το έτος 1868, με τον όρο της προσθήκης ενός χαρακτηριστικού πέτρινου διαζώματος, παρόμοιου με εκείνο της εκκλησίας Παναγία της Κεράς, σε μία συνάντηση των προυχόντων με τον σουλτάνο στην Κωνσταντινούπολη, όταν ακόμα η Κρήτη βρισκόταν υπό την οθωμανική κυριαρχία, οπότε και δεν αποπερατώθηκε μέχρι το έτος 1871, εξαιτίας των πολεμικών συρράξεων στην περιοχή. Χάρη στην πρωτοβουλία και στις επίμονες, επί τριανταπέντε έτη, ατομικές προσπάθειες, ακόμα και  διάσωσης αντικειμένων από χωματερές, του Αιμίλιου Μασσάρου, πρώην προέδρου του Πολιτιστικού Συλλόγου Κριτσάς, μα και χάρη στη συμμετοχή των ντόπιων, το χειροποίητο σιδερένιο κλειδί γυρνάει για να μας ανοίξει νέες ατραπούς.

Στο Λαογραφικό και Ιστορικό Μουσείο της Κριτσάς, κάθε υλικό έκθεμα αφηγείται τη δική του ιστορία, τον δικό του ήχο, που, κάποτε, πρόσδιδε ρυθμό ζωής στην επαρχιακή καθημερινότητα, και σήμερα ζητά να ακουστεί, ξανά, όχι ως ένα απλό μουσειακό απομεινάρι, αλλά ως μία σύγχρονη δυνατότητα, η οποία θα καταδείξει πως το παράδειγμα εξέλιξης της παραδοσιακής κρητικής μουσικής στην έντεχνή της διάσταση είναι δυνατόν να αποτελέσει ένα παράλληλο ανανέωσης των κλάδων της επαγγελματικής ενασχόλησης, με προοπτικές επιτυχίας.

Η πρώτη αίθουσα απαρτίζεται από το ενταγμένο αρμονικά κριτσώτικο σπίτι, στον τύπο του μονόσπιτου, μονόχωρου ή δίχωρου, όπου κατοικούσε η μέση, πολύτεκνη, κρητική οικογένεια και κοσμείται από πλήθος ξύλινων, κυρίως, επίπλων και αντικειμένων, από ξύλο, μέταλλο, πηλό ή ύφασμα: ο οντάς/κρεβάτι με λίκνο/κούνια, το τζάκι (παραθιά/παραστιά), ο σοφάς/σοφράς (χαμηλό τραπεζάκι), οι πέτρινοι χερόμυλοι, ο χτιστός φούρνος πλαισιωμένος με δύο φουρνιώχτες, μία πιατοθήκη με πλεχτές δαντέλες στα μπροστινά χείλη των ραφιών της και τα σκουτελικά της, μερικά χάλκινα μαγειρικά σκεύη (τσικάλια, ταψιά), ένα μπουγαδοτσίκαλο για το πλύσιμο του ρουχισμού με αλουσά/στάχτη, πήλινα δοχεία, όπως πετρολεκανίδες, κανάτες, κιούπια, πιθάρια για το λάδι, ντερμιτζάνες (νταμιτζάνες ή ντίνες) για το κρασί ή τη ρακή, στάμνες στον σταμνοστάτη, ξύλινο και τσίγκινο νεροπάγουρο, ένα κρεμαστό φανάρι όμοιο με κλουβί για τη φύλαξη, από έντομα και ποντίκια, αλλά και για τη διατήρηση των τροφίμων, χειρόχτενο, μία ραπτομηχανή Singer, μία ανέμη κλασική και μία με ρόδα, χτένια, τυλιγάδι, αδράχτια, ένας παμπάλαιος αργαλειός πλαισιωμένος με πολύχρωμα υφαντά σε γεωμετρικά σχέδια και μοτίβα από φυτά/άνθη ολόγυρά του, μπαγκάλι (τύλιγμα για τα βρέφη), ρούνια/κουρελούδες, πατητές (μάλλινες πατανίες βαμμένες με φυτικά χρώματα), χειράμια (ελαφρύτερα κλινοσκεπάσματα), προσόμια (μικρά κεντητά υφάσματα για τον ώμο, χρήσιμα στο κουβάλημα του νερού με το σταμνί), χαλιά, βελέντζες, πετσέτες, ενώ σε προθήκες εκτίθενται φορεσιές, μπλε και μαύρες, ανδρικές με χαρακτηριστικό ένα γιλέκο, πιθανά από ενδυμασία χωροφύλακα, όμως, και γυναικείες, η κούδα/κούρδα, η μοναδική στην Κρήτη και πανελλαδικά, που ενέπνευσε τον μόδιστρο Γκωτιέ και διαφοροποιείται από τη σάρτζα/σάριτζα (φόρεμα και όχι φούστα και στο ζώσιμο πίσω στη μέση, σαν τριαντάφυλλο στην πρώτη περίπτωση και πιο λυτό στη δεύτερη), ακόμα, ωραίο και κομψό είναι το λευκό νυφικό φόρεμα (με περαμάτιση η ύφανσή του), στολισμένη είναι και μία πράσινη καθημερινή φορεσιά/σακοφίστανο/ζιπόνι/σάκος, κεντημένη με λουλουδάκια, πολυτελής, αινιγματικής προέλευσης και χρονολόγησης, παρουσιάζονται εσώρουχα από φίνο λινάρι, μεταξένιες μπόλιες και, επιπρόσθετα, κάμποσες φωτογραφίες, ψηλά, με αναπαραστάσεις από την οικιακή, την καθημερινή, ζωή, όπου ανάμεσά τους δεσπόζει η ελληνική σημαία και ένας τσεφτές/τσιφτές, οπότε και ανασηκώνουν το βλέμμα μας, αποζητώντας την προσοχή.

Η δεύτερη αίθουσα διαμοιράζεται σε επιμέρους θεματικές: το δημοτικό σχολείο της Κριτσάς και η αναπαράστασή του, με τα ξύλινα θρανία και το κάθισμά τους σε ένα ενιαίο σύνολο στιβαρής κατασκευής, με την έδρα, υπερυψωμένη και εγκατεστημένη πάνω στη βάση της, τον μαυροπίνακα και με πλήθος μικροαντικειμένων να πλαισιώνουν την παλιά σχολική τάξη, όπως τα τετράδια, τα μελανοδοχεία, οι χάρτες (πολιτικός της Ελλάδας, ανάγλυφος γεωφυσικός της Κρήτης, μακέτα με τη διώρυγα του Παναμά), το μεγάλο κουδούνι που περιμένει, ίσως, και τον επισκέπτη/την επισκέπτρια να το χτυπήσει για να ηχήσουν, ξανά, στο φαντασιακό μας, οι παιδικές φωνές, όμως, αξιοσημείωτα είναι, ακόμα, τα πορτρέτα αγωνιστών και ηρώων, η σημαία με την αναγραφή Δημοτικό σχολείο Κριτσάς, η κορδέλα του παρθεναγωγείου, η κορδέλα του αρρεναγωγείου, τα ευμεγέθη γεωμετρικά όργανα (χάρακες, τρίγωνα, διαβήτες, για πίνακα), αλλά και της φυσικής, για την παραγωγή ηλεκτρομαγνητισμού, της χημείας, εκθέματα, επίσης, από ναυτικά ταξίδια του κριτσώτη Μπρόκου, ένας σταλαγμίτης, βαλσαμωμένα ζώα (φίδια σε γυάλες, ένα μικρό ολόκληρο και ένα μεγάλο κεφάλι φιδιού, το κροκοδειλάκι), ένα μικροσκοπικό ξύλινο καγκουρό, καβούκια χελώνας, σφουγγάρια, κάβουρες, αστερίες, κόκκοι καφέ σε βάζα, από τη Βραζιλία και πετρώματα, για παράδειγμα, σε μία θήκη συλλογής ή πάνω σε ένα χάρτη της Μαδαγασκάρης, σταλμένα από την Αμερική και βαλμένα, όπως υποθέτω, στην κατάλληλη θέση, ενώ, τμηματικά παρουσιάζονται πάμπολλα, ενδεικτικά αναφερόμενα, χρηστικά εργαλεία στους χώρους του χαρκιά (μεγάλο ξύλινο φυσερό, αμόνι, αλυσίδες, γεωργικά εργαλεία, σκαπτικά εργαλεία/σκαπέτια, μέγκενη, ψαλίδια, κάρτος για τα κάρβουνα, βαρίδια, ζυγαριά, λίμες, σφυριά), του τσαγκάρη (καλαπόδια, χαμηλό τραπέζι με κρεμασμένα τα απαραίτητα εργαλεία γύρω του, μαζί και η καρέκλα, μικρά δέρματα, σουβλί, ξυλόκαρφα, τανάλιες) του ξυλουργού (ξυλοφάδες, σάρακες, πόμολα, κλειδαριές), του ράφτη (ραπτομηχανή, σίδερο μοδίστρας και μάρκας Μundlos Original Victoria), του τυροκομειού (τουλουπάνι/τουπί, καυκί/τσούκος, ο Διόνυσος, ξύλινο εργαλείο, «για να μην πιάσει»/τσουκνώσει η μυζήθρα/αναδευτήρας), του μελισσοκόμου (παλιό και νέο φυσερό, κυψέλες, πήλινα δοχεία), του αρτοποιού (σφραγίδα για πρόσφορα, ξύλινα κουτάλια, πιρούνια, μύλος παρασκευής ζύμης), του γεωργού (υνί, λίχνος/πιρούνα, βολόσυρος με προσαρμογή μικρών κοφτερών πετρών, ο ζυγός, μεγάλο ξύλο με δύο υποδοχές για τα κεφάλια των ζευόμενων ζώων), στουμούχα, κατά τη Μ. Μασσάρου/μουστρούχα, σύμφωνα με την ίδια γνώση μου, τυλινάκι κατά τη Σοφία Κουκουλάκη, μαθήτρια), του σωμαρά (καρέκλα και εργαλεία, σωμάρι/σαμάρι με φυσική τρίχα που χρησίμευε και για λίκνο, όταν γυριζόταν ανάποδα, των μωρών, σκαρβέλια/οι υποδοχές για τα κρατήματα, αναβατήρες, χαλινάρι) και, τέλος, κάπου στο κέντρο της αίθουσας, δεσπόζει μία πλάστιγγα για το ζύγισμα μεγάλων σακιών με ελιές, μία μεταλλική ντερμιτζάνα για το λάδι και μία μικρή πήλινη κολυμπήθρα από την εκκλησίας της Παναγίας της Κεράς.

Η επίσκεψη στο Λαογραφικό και Ιστορικό Μουσείο της Κριτσάς, αξίζει! Ο νέος κόσμος που ξεδιπλώθηκε, μπροστά στα μάτια μας, επιτέλεσε το έργο μίας γέφυρας συνδέοντας γενιές, πολιτισμούς και γλώσσες. Οι μαθήτριες/ές μας, μέσα από τη στοχευμένη εκπαιδευτική διαδικασία, αποκόμισαν οφέλη παιδαγωγικού, μαθησιακού και πολιτισμικού χαρακτήρα, ενδυνάμωσης και ενεργής συμμετοχής/επιλεκτικής αφομοίωσης και ανταλλαγής, όπως και αναγνώρισης της συμβολής του ρόλου που διαδραμάτισε η γυναίκα της υπαίθρου στον ελληνικό πολιτισμό και αντίστοιχα του άνδρα που είτε έμεινε στον τόπο του είτε ξενιτεύτηκε και συντέλεσε διαχρονικά στη θεμελίωση του μέλλοντος, αυτού που βιώνουμε, ήδη, και με τεράστια άλματα έχει περάσει, πλέον, στην εποχή της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης. Η χρήση της δημοτικής γλώσσας με τα συνοδευτικά ιδιωματικά της στοιχεία, ιδίως όρων, κατά την ξενάγηση, από την οδηγό πλεύσης μας, Μαρία Μασσάρου, από το εκπαιδευτικό προσωπικό και σποραδικά από τη σχολική τάξη, έδωσαν νέα πνοή στο εγχείρημα ανάδειξης και διατήρησης αλλοτινών πολιτισμικών και δη τοπικών στοιχείων, μεταξύ αυτών και της ντοπιολαλιάς που φάνηκε, πράγματι, πως, κάποτε, διαφοροποιείται (παραδεκτό είναι το ανατολικό, δυτικό και κεντρικό ιδίωμα στην Κρήτη) ή και αρκετά, ακόμα και στην ίδια περιοχή.

 

Θερμές ευχαριστίες!

Οι εκπαιδεύτριες/ές και οι εκπαιδευόμενες/οι

Συγγραφέας του άρθρου η Παγώνα Παρασύρη, 

με ειδικότητα στην Κοινωνική Εκπαίδευση

Ο υποδιευθυντής του Σ.Δ.Ε. Ιεράπετρας.: Δημήτριος Αργυράκης

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Oldest
Newest Most Voted
Inline Feedbacks
View all comments