⏱ Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 1 λεπτά ανάγνωσης
Σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η επικείμενη υπογραφή της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών της Mercosur (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη) έρχεται να ταράξει τα νερά του ευρωπαϊκού πρωτογενούς τομέα. Ο πρώην ευρωβουλευτής με το κόμμα των ΑΝΕΛ και πλέον συνεργαζόμενος με το ΚΚΕ, Νότης Μαριάς, μιλώντας στο Ράδιο Λασίθι, προχώρησε σε μια «ακτινογραφία» της συμφωνίας, αποδομώντας το κυβερνητικό αφήγημα και αναδεικνύοντας τους κερδισμένους και τους χαμένους μιας παρτίδας που παίζεται μακριά από τα ελληνικά χωράφια.
Η Γεωγραφία των Κερδών και των Ζημιών
Σύμφωνα με τον κ. Μαριά, η συμφωνία Mercosur χαρακτηρίζεται από μια δομική ανισορροπία. Από τη μία πλευρά, λειτουργεί ευεργετικά για τη βαριά βιομηχανία της Βόρειας Ευρώπης -κυρίως της Γερμανίας και της Ολλανδίας- και τον τραπεζικό τομέα χωρών όπως το Λουξεμβούργο, οι οποίοι προσβλέπουν σε άνοιγμα νέων αγορών. Από την άλλη, συνιστά μια ευθεία απειλή για τον πρωτογενή τομέα ολόκληρης της Ευρώπης και δη του ευρωπαϊκού Νότου.
Το παράδειγμα του Λουξεμβούργου, όπως το μετέφερε ο κ. Μαριάς, είναι χαρακτηριστικό της διχογνωμίας: ενώ τα αγροτικά συνδικάτα της χώρας μιλούν για καταστροφή, η ένωση βιομηχανιών και ο χρηματοπιστωτικός τομέας πανηγυρίζουν. Στην εξίσωση αυτή, η Ελλάδα βρίσκεται ξεκάθαρα στην πλευρά των χαμένων, με τα αριθμητικά δεδομένα να είναι αμείλικτα. Η αναλογία εισαγωγών-εξαγωγών αγροτικών προϊόντων μεταξύ Ελλάδας και χωρών της Mercosur διαμορφώνεται στο συντριπτικό «1 προς 13». Συγκεκριμένα, η χώρα μας εξάγει αγροτικά προϊόντα αξίας μόλις 34,5 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ οι εισαγωγές αγγίζουν ήδη τα 452 εκατομμύρια, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο πριν καν τεθεί σε πλήρη ισχύ η νέα συμφωνία.
Εφοπλιστές vs Αγρότες: Μια Στρατηγική Επιλογή
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση του πρώην ευρωβουλευτή για τους λόγους που η ελληνική κυβέρνηση συναινεί στη συμφωνία, σε αντίθεση με χώρες όπως η Γαλλία, η Πολωνία, η Αυστρία και η Ιρλανδία που προβάλλουν αντιστάσεις. Ο κ. Μαριάς εντοπίζει το κίνητρο στο πλεόνασμα ύψους 1,5 δισ. ευρώ που καταγράφει η Ελλάδα στον τομέα των υπηρεσιών με τις χώρες αυτές. Το ποσό αυτό αφορά σχεδόν αποκλειστικά τον εφοπλιστικό κλάδο και τις θαλάσσιες μεταφορές.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως η κυβέρνηση προχώρησε σε μια σαφή ιεράρχηση συμφερόντων, επιλέγοντας να στηρίξει τη ναυτιλία θυσιάζοντας ουσιαστικά τον αγροτικό κόσμο. Είναι μια πρακτική που, κατά τον κ. Μαριά, επαναλήφθηκε και στο παρελθόν με τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, όπου η Ελλάδα άσκησε βέτο όχι για να προστατεύσει τις εξαγωγές οπωροκηπευτικών της Βόρειας Ελλάδας, αλλά για να διασφαλίσει τη μεταφορά ρωσικού πετρελαίου από ελληνικά πλοία.
Το «Ντόμινο» στα Προϊόντα και ο Μύθος της Φθηνής Τιμής
Η λίστα των προϊόντων που απειλούνται είναι μακρά και αγγίζει τον πυρήνα της ελληνικής παραγωγής: μέλι, αραβόσιτος, βοοειδή, πουλερικά, επιτραπέζιο σταφύλι, λεμόνια και αβοκάντο (μια καλλιέργεια ζωτικής σημασίας για τη Δυτική Κρήτη).
Ωστόσο, το επιχείρημα ότι οι φθηνές εισαγωγές θα ωφελήσουν τον τελικό καταναλωτή καταρρίπτεται από την εμπειρία της αγοράς. Ο κ. Μαριάς χρησιμοποίησε το παράδειγμα της πατάτας Αιγύπτου: αν και εισάγεται σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή (περίπου 30 λεπτά), καταλήγει στο ράφι με ελάχιστη απόκλιση από την ελληνική, ή ακόμα και στην ίδια τιμή. Η διαφορά της τιμής δεν περνά στην τσέπη του πολίτη, αλλά μετατρέπεται σε υπερκερδος για τους χονδρεμπόρους και τους μεσάζοντες, καθώς στην ελληνική αγορά λείπουν οι ισχυροί μηχανισμοί ανταγωνισμού. Οι τιμές τείνουν να ισοσκελίζονται προς τα πάνω, συμπαρασύροντας το κόστος διαβίωσης.
Η Υγειονομική «Βόμβα»: Ορμόνες και Μεταλλαγμένα
Πέρα από την οικονομική ζημιά, εγείρεται και ένα μείζον ζήτημα δημόσιας υγείας. Η συμφωνία ανοίγει την πόρτα σε κρέατα και προϊόντα που παράγονται με πρότυπα πολύ χαμηλότερα των ευρωπαϊκών. Σύμφωνα με έκθεση της Διεύθυνσης Υγείας της Κομισιόν, στη Βραζιλία γίνεται εκτεταμένη χρήση της ορμόνης οιστραδιόλης-17β στα θηλυκά βοοειδή για την επιτάχυνση της ανάπτυξής τους — μιας ουσίας που έχει χαρακτηριστεί καρκινογόνος.
Παρόλο που οι Βραζιλιάνοι δεσμεύονται για διαχωρισμό των ζώων που προορίζονται για την Ευρώπη, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί της Ε.Ε. έχουν εκφράσει σοβαρές αμφιβολίες για την αξιοπιστία αυτής της διαδικασίας. Επιπροσθέτως, η μαζική καλλιέργεια εκατοντάδων εκατομμυρίων στρεμμάτων με μεταλλαγμένα προϊόντα (όπως η σόγια) στις χώρες της Mercosur, δημιουργεί ένα περιβάλλον ανασφάλειας για τον Ευρωπαίο καταναλωτή, ο οποίος θα εκτεθεί σε αμφίβολης ποιότητας τρόφιμα.
Η Επόμενη Μέρα και η Ανάγκη Στρατηγικού Σχεδιασμού
Κλείνοντας την ανάλυσή του, ο κ. Μαριάς συνέδεσε τη συμφωνία Mercosur με τη γενικότερη έλλειψη εθνικής στρατηγικής στον πρωτογενή τομέα. Επεσήμανε την ανάγκη ίδρυσης μιας νέας Αγροτικής Τράπεζας και τη δημιουργία υποδομών μεταποίησης, υπενθυμίζοντας την απώλεια των πέντε εργοστασίων ζάχαρης που διέθετε κάποτε η χώρα.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο ζήτημα της κτηνοτροφίας και την απώλεια ζωικού κεφαλαίου λόγω ασθενειών ή φυσικών καταστροφών. Η πρόταση του κ. Μαριά είναι σαφής και πρακτική: η κυβέρνηση οφείλει να προχωρήσει σε άμεση αντικατάσταση του ζωικού κεφαλαίου με κρατική δαπάνη, εισάγοντας ζώα αναπαραγωγής από τη Γαλλία και την Ισπανία και παραδίδοντάς τα δωρεάν στις κτηνοτροφικές μονάδες. Όσο για την προστασία των ΠΟΠ προϊόντων, όπως η φέτα και το ελαιόλαδο Σητείας, η συμφωνία αφήνει «παράθυρα». Προβλέπεται μεταβατική περίοδος 7 ετών κατά την οποία προϊόντα «τύπου φέτας» θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν νόμιμα, υπονομεύοντας την ελληνική ταυτότητα στις διεθνείς αγορές.


