Ο ΒΟΑΚ, ο ΝΟΑΚ και μια Ιεράπετρα σε σύγχυση για το τι θέλει και αν μπορεί να το διεκδικήσει

⏱ Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 1 λεπτά ανάγνωσης

Η χθεσινή συνάντηση δημάρχων της νότιας Κρήτης για τον Νότιο Οδικό Άξονα έφερε ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα του νέου οδικού δικτύου και της σύνδεσης με το αεροδρόμιο Καστελίου. Στο Ράδιο Λασίθι, ο Δήμαρχος Βιάννου Παύλος Μπαριτάκης παρουσίασε την εικόνα των μελετών, τις αρμοδιότητες Υπουργείου και Περιφέρειας και τα επόμενα βήματα της διεκδίκησης. Ο πρώην Δήμαρχος Ιεράπετρας Θεοδόσης Καλαντζάκης επικεντρώθηκε στο ιστορικό του ΝΟΑΚ αλλά και στο βόρειο στο τμήμα Παχειά Άμμος–Ιεράπετρα, το οποίο έχει επανέλθει στο προσκήνιο, ασκώντας ευθεία κριτική στους σημερινούς χειρισμούς σε Δήμο, Περιφέρεια και κυβερνητική εκπροσώπηση. Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν υπάρχουν σήμερα οι πολιτικές και διοικητικές προϋποθέσεις ώστε το έργο να προχωρήσει πέρα από το επίπεδο των ανακοινώσεων.

Τι έγινε στη χθεσινή συνάντηση – η εικόνα που έδωσε ο Παύλος Μπαριτάκης

Ο Δήμαρχος Βιάννου παρουσίασε μια ανάμικτη εικόνα σχετικά με την ωριμότητα των απαραίτητων έργων: υπάρχουν τμήματα με ολοκληρωμένες μελέτες, άλλα που χρειάζονται συμπλήρωση και αδειοδοτήσεις, και τμήματα «τυφλά», χωρίς καν μελέτη. Ως παραδείγματα ανέφερε ότι το Ιεράπετρα–Παχειά Άμμος διαθέτει ολοκληρωμένη μελέτη και μπορεί, εφόσον εξασφαλιστεί χρηματοδότηση, να μπει σε διαδικασία υλοποίησης. Αντίστοιχα, σημείωσε ωριμότητα και στο τμήμα Καστέλι–Μεσαρά–Τσούτσουρας, ενώ για το Βιάννος–Μύρτος ανέφερε σχετική ωριμότητα αλλά ανάγκη ολοκλήρωσης μελετών, δημοπράτησης και περιβαλλοντικής αδειοδότησης.

Στον πυρήνα της τοποθέτησής του έβαλε τον ΝΟΑΚ ως ενιαίο έργο και όχι ως σειρά αποσπασματικών παρεμβάσεων. Τόνισε ότι το τμήμα του ΝΟΑΚ που έχει χαρακτηριστεί ως μέρος του Διευρωπαϊκού Δικτύου αποτελεί προϋπόθεση για να λειτουργήσει ουσιαστικά η σύνδεση με το νέο αεροδρόμιο στο Καστέλι, από το νότιο Ρέθυμνο μέχρι Ιεράπετρα και Παχειά Άμμο. Υποστήριξε ότι είναι «αδιανόητο» να λειτουργήσει ένα μεγάλο αεροδρόμιο χωρίς διέξοδο προς τον Νότο, ενώ έφερε ως πρακτικό επιχείρημα την ανάγκη ασφαλούς μετακίνησης κατοίκων και επισκεπτών και τη μεταφορά αγροτικών προϊόντων, χωρίς «παράλογες» διαδρομές που επιβαρύνουν χρόνο και κόστος.

Στο ζήτημα της αρμοδιότητας ξεκαθάρισε ότι, σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο, το τμήμα του Διευρωπαϊκού Δικτύου ανήκει στο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, ενώ τα υπόλοιπα τμήματα που δεν έχουν αυτόν τον χαρακτηρισμό εμπίπτουν στην Περιφέρεια. Ταυτόχρονα, υπογράμμισε πως ένα τόσο μεγάλο έργο δεν μπορεί να στηριχθεί χρηματοδοτικά από έναν τοπικό φορέα και ότι απαιτείται κεντρική χρηματοδότηση, εθνική ή ευρωπαϊκή.

Στο οικονομικό σκέλος, μίλησε για ένα συνολικό κόστος που εκτίμησε περίπου στα 900 εκατ. έως 1 δισ. ευρώ, σημειώνοντας ότι το κρίσιμο δεν είναι να βρεθούν «από τη μια μέρα στην άλλη», αλλά να μπει προτεραιοποίηση: να ξεκινήσουν τα ώριμα έργα και, παράλληλα, να διατεθούν τα 3–4 εκατ. ευρώ που απαιτούνται για να κλείσουν οι εκκρεμότητες μελετών σε όλο τον άξονα. Ειδικά για το Ιεράπετρα–Παχειά Άμμος, ανέφερε ότι αν υπήρχαν άμεσα τα απαιτούμενα ποσά, μπορεί να ξεκινήσει κατασκευή.

Ως επόμενο βήμα της συλλογικής διεκδίκησης, ο Δήμαρχος Βιάννου ανακοίνωσε ότι θα συνταχθεί κοινό υπόμνημα, το οποίο θα σταλεί για εγκρίσεις στα Δημοτικά Συμβούλια, στο Περιφερειακό Συμβούλιο και στην ΠΕΔ, με στόχο να ζητηθεί συνάντηση με τον Πρωθυπουργό παρουσία του Υπουργού Υποδομών, ώστε να υπάρξει «συγκεκριμένη δέσμευση» για τον τρόπο υλοποίησης.

Παράλληλα, έκλεισε τη συνέντευξη ανοίγοντας ένα δεύτερο μέτωπο που δείχνει πώς οι υποδομές «κουμπώνουν» στην καθημερινή οικονομία: την ελαιοπαραγωγή στη Βιάννο. Μίλησε για μείωση της παραγωγής ελαιολάδου κατά 65% σε σχέση με πέρυσι, κάνοντας λόγο για μεγάλη απώλεια εισοδήματος, και προανήγγειλε υπόμνημα προς Περιφέρεια και Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης για αναπλήρωση εισοδήματος και έργα αντιμετώπισης της λειψυδρίας.

«Συναντήσεις επί συναντήσεων»: η βασική αιχμή Καλαντζάκη για τον ΝΟΑΚ

Ο Θεοδόσης Καλαντζάκης ξεκίνησε από μια διαπίστωση η οποία επανήλθε πολλές φορές στη συζήτηση: οι προσπάθειες για τον άξονα Βιάννος–Μύρτος–Ιεράπετρα έχει ιστορικό, αλλά «από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει τίποτα» ως προς την ουσιαστική πρόοδο των μελετών και της χρηματοδότησης. Θύμισε ότι είχε συναντηθεί προσωπικά με τον τότε υφυπουργό Υποδομών, τον κ. Κεφαλογιάννη, με αντικείμενο τη χρηματοδότηση ολοκλήρωσης της μελέτης, και κατέληξε ότι η σημερινή εικόνα δεν δικαιώνει τις προσπάθειες των προηγούμενων ετών.

Στο πολιτικό επίπεδο, έθεσε ένα πιο «αυτοτελές» σχήμα διεκδίκησης για την ανατολική και νότια Κρήτη: κατά τη γνώμη του, οι Δήμοι Βιάννου, Ιεράπετρας και Σητείας θα πρέπει να ακολουθήσουν «τη δική τους πορεία», καθώς –όπως υποστήριξε– σε παγκρήτιες συναντήσεις κυριαρχούν οι προτεραιότητες άλλων περιοχών που «έχουν πάρει εκατομμύρια» και έχουν προχωρήσει έργα. Το Λασίθι, αντίθετα, «μένει στις ασφαλτοστρώσεις», μια εικόνα που χρησιμοποίησε ως σύμβολο στασιμότητας.

Δεν αμφισβήτησε ότι επιμέρους παρεμβάσεις είναι χρήσιμες –αναφέρθηκε μάλιστα στο ασφαλτόστρωτο τμήμα Καλό Χωριό–Γέφυρα Φρουζή– αλλά επέμεινε ότι δεν μπορεί η δημόσια συζήτηση να εξαντλείται σε «μπαλώματα» σε κεντρικούς άξονες και σε έργα μικρής κλίμακας, όταν η ανάγκη είναι για νέο, σύγχρονο δίκτυο.

Παχειά Άμμος–Ιεράπετρα: οι ενστάσεις, η διαβούλευση και η ξεκάθαρη πρόκληση προς την Περιφέρεια

Το πιο συγκεκριμένο και αιχμηρό κομμάτι της παρέμβασής του αφορούσε τη σύνδεση Παχειάς Άμμου–Ιεράπετρας. Εδώ ο Καλαντζάκης θέλησε να «διορθώσει» –όπως το έθεσε– την ανάγνωση ότι το τότε Δημοτικό Συμβούλιο είχε πει γενικά «όχι στον δρόμο». Η θέση του ήταν ότι η απόφαση αφορούσε ανάγκη αλλαγής χάραξης ή νέας/επικαιροποιημένης μελέτης, όχι απόρριψη του έργου. Κατά την αφήγησή του, το έργο «δεν μπορούσε να προχωρήσει» λόγω πολλών ενστάσεων κατοίκων, οι οποίες –όπως είπε– συνδέονταν με τον τρόπο που προχώρησε η μελέτη και κυρίως με ελλιπή ενημέρωση και διαβούλευση στην αρχική φάση.

Στο σημείο αυτό η συζήτηση ανέδειξε και τη δυσκολία των μεγάλων χαράξεων στην πράξη. Ο Καλαντζάκης επέμεινε ότι «αν είχε γίνει σωστή διαβούλευση» από νωρίς, θα μπορούσε να βρεθεί «χρυσή τομή» και να μην οδηγηθούν οι κάτοικοι σε ακραία στάση.

Το κεντρικό επιχείρημά του, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στη διαδικασία. Πήγε στην αρμοδιότητα: υποστήριξε ότι ο δρόμος αυτός είναι αρμοδιότητα της Περιφέρειας και ότι ο Δήμος έχει γνωμοδοτικό ρόλο. Με αυτή τη βάση, έθεσε ένα καθαρό ερώτημα προς την Περιφέρεια: αν θεωρεί το έργο ώριμο και θέλει να το υλοποιήσει, «ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα». Γιατί –κατά τη δική του ανάγνωση– δεν προχώρησε τόσα χρόνια ούτε τροποποίηση στα επίμαχα σημεία ούτε επικαιροποίηση της μελέτης, ώστε να ξεκλειδώσει η υλοποίηση;

Επανέφερε επίσης την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου της εποχής του ως «καθαρή»: αλλάξτε τη μελέτη και προχωρήστε. Αντί να γίνει αυτό, υποστήριξε ότι «έχουμε μείνει στην απόφαση» ως άλλοθι ακινησίας. Έδωσε μάλιστα μια επιμέρους εξήγηση για το γιατί δυσκολεύει η συνέχεια: ανέφερε ότι ο αρχικός μελετητής δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή, άρα απαιτείται ουσιαστικά νέα επικαιροποίηση με νέα δεδομένα.

Στο τέλος αυτού του σκέλους διατύπωσε και μια προειδοποίηση: αν επαναληφθεί ξανά το μοτίβο της «διαβούλευσης κατόπιν εορτής», τότε κινδυνεύουν να χαθούν χρήματα προς άλλες περιοχές της Κρήτης.

Η φωνή των κατοίκων που προσέφυγαν με ενστάσεις – τι είπε η Φιφίκα Σαράτση-Παπαδάκη

Στο ίδιο σημείο του ρεπορτάζ, μια εκ των 160 περίπου κατοίκους που είχαν κινηθεί θεσμικά κατά της παλιάς χάραξης, η Φιφίκα Σαράτση-Παπαδάκη, έδωσε με σαφήνεια μια περιγραφή του γιατί οι ενστάσεις δεν ήταν, όπως είπε, άρνηση του έργου αλλά αντίδραση σε μια συγκεκριμένη επιλογή που θεωρεί δυσανάλογη και ελλιπώς τεκμηριωμένη.

Πρώτα διόρθωσε το πλαίσιο: ο άξονας, όπως τόνισε, δεν είναι απλώς «Παχειά Άμμος–Ιεράπετρα», αλλά ο συνολικός οδικός κορμός «Αγία Βαρβάρα – Άγιοι Δέκα – Βιάννος – Ιεράπετρα – Παχειά Άμμος». Υποστήριξε ότι η μελέτη «ξεκίνησε από την άκρη» και πως στο τμήμα της εισόδου προς Ιεράπετρα προέβλεπε, σύμφωνα με τα σχέδια που είδε, μια γέφυρα 160 μέτρων που θα περνούσε σε απόσταση αναπνοής από κατοικίες, φτάνοντας –όπως ανέφερε– να βρίσκεται περίπου 8 μέτρα πάνω από τη στέγη του σπιτιού της.

Το δεύτερο, και κεντρικό, σημείο της ήταν η διαδικασία ενημέρωσης. Περιέγραψε ότι οι πρώτες μετρήσεις έγιναν το 2011, αλλά «δεν ενημερώθηκε απολύτως κανείς κάτοικος όπως ήταν υποχρεωτικό», επιμένοντας ότι δεν έγινε η προβλεπόμενη δημόσια ανάρτηση και δεν τηρήθηκε η προθεσμία των 30 ημερών για ενστάσεις. Κατά την αφήγησή της, η υπόθεση «έτρεξε» διοικητικά πολύ γρήγορα, και όταν αργότερα οι κάτοικοι διαπίστωσαν τις επιπτώσεις, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον ισχυρισμό ότι οι αντιρρήσεις τους είναι εκπρόθεσμες.

Έβαλε επίσης στο κάδρο το ζήτημα της «αόρατης» πραγματικότητας στα σχέδια: υποστήριξε ότι σε παρουσιάσεις για το συγκεκριμένο κομμάτι δεν αποτυπώνονταν κατοικίες και εγκαταστάσεις που επηρεάζονται, ενώ ανέφερε ότι συγκεντρώθηκαν περίπου 150 υπογραφές ανθρώπων που θίγονται. Στάθηκε ιδιαίτερα και στις επιχειρήσεις, λέγοντας ότι στη χάραξη που είχε παρουσιαστεί επηρεάζονταν κρίσιμες δραστηριότητες (αναφέρθηκε ενδεικτικά σε πρατήριο καυσίμων, σε μεγάλες εμπορικές χρήσεις και σε γειτνίαση με υποδομές υγείας), καθώς και σε αγροτικές εκμεταλλεύσεις/θερμοκήπια, τα οποία –όπως σημείωσε– συνιστούν επιχειρήσεις με σημαντική αξία.

Σε επίπεδο ωριμότητας, υποστήριξε ότι η περιβαλλοντική μελέτη «έχει λήξει» και ότι, μετά από ανανεώσεις που προηγήθηκαν, έληξε οριστικά το 2021, άρα –κατά τα λεγόμενά της– δεν μπορεί να προχωρήσει η παλιά λύση χωρίς νέα ισχύουσα περιβαλλοντική αδειοδότηση. Πρόσθεσε ακόμη ότι δεν υπάρχει ολοκληρωμένο κτηματολόγιο/πλήρης εικόνα για να αποτυπωθεί νόμιμα και με ακρίβεια το πραγματικό κόστος των απαλλοτριώσεων και αποζημιώσεων.

Τέλος, παρουσίασε τη δική της λογική «αντιπρότασης»: είπε ότι ακόμη και στην αρχική μελέτη υπήρχαν τρεις εναλλακτικές χαράξεις, λιγότερο επιβαρυντικές για την περιοχή, ενώ περιέγραψε ως ρεαλιστική διέξοδο τη διαπλάτυνση του υφιστάμενου δρόμου –εκεί όπου, όπως ανέφερε, έχουν ήδη παλαιότερα δεσμευτεί/αποζημιωθεί χώροι– σε συνδυασμό με κυκλικό κόμβο, ειδικά για την επικίνδυνη διασταύρωση της Βαϊνιάς. «Δεν είμαστε άνθρωποι που δεν θέλουμε το καλό της πόλης μας», είπε, επιμένοντας όμως ότι «την καταστροφή της πόλης και των ανθρώπων της δεν τη θέλουμε».

Από τον ΝΟΑΚ στον ΒΟΑΚ: το Λασίθι «στριμώχνεται» στο περιθώριο;

Παρότι η αφορμή ήταν ο Νότιος Οδικός Άξονας, ο Καλαντζάκης συνέδεσε το θέμα με τον ΒΟΑΚ και ειδικά με το τμήμα σύνδεσης Παχειάς Άμμου–Ιεράπετρας, που στην πραγματικότητα λειτουργεί ως «γέφυρα» για να μην μείνει η Ιεράπετρα αποκομμένη από τον βασικό κορμό μετακινήσεων και μεταφορών. Η κεντρική του κριτική ήταν ότι η ανατολική Κρήτη βλέπει χρόνια να περνούν χωρίς να «κλειδώνουν» αποφάσεις, ενώ άλλες περιοχές προχωρούν.

Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και η αναφορά του στην παράκαμψη Παχειάς Άμμου και στα τμήματα που –όπως είπε– «ασφαλτοστρώνονται ξανά και ξανά». Το παρουσίασε ως φαύλο κύκλο: επεμβάσεις συντήρησης αντί για νέο δρόμο, πανηγυρισμοί για μικρά έργα, και σε λίγα χρόνια επιστροφή στο ίδιο σημείο.

«Να σπάσουν αυγά»: η κριτική στους σημερινούς χειρισμούς και το αίτημα πολιτικής παρουσίας

Η πιο έντονη πλευρά της παρέμβασής του ήταν η κριτική προς τους σημερινούς χειρισμούς. Ο κ. Καλαντζάκης μίλησε για ταύτιση συγκεκριμένων προσώπων με την πολιτική του «θα», κατονομάζοντας τη στάση του Αντιπεριφερειάρχη, του Δημάρχου Σητείας και του Δημάρχου Ιεράπετρας ως στάση που επαναλαμβάνει υποσχέσεις χωρίς αποτέλεσμα. Στον ίδιο άξονα τοποθέτησε και την απουσία «συνέχειας» στη διεκδίκηση, σε αντίθεση –όπως υποστήριξε– με την περίοδο που ο ίδιος, μαζί με άλλους αυτοδιοικητικούς του Λασιθίου και της περιοχής, έφταναν «πάντα μέχρι το Υπουργείο» ως νομός για να πιέσουν.

Επιδίωξε να μεταφέρει τη συζήτηση από το γενικό αίτημα στην πολιτική μηχανική της πίεσης. Υποστήριξε ότι οι επόμενες συναντήσεις δεν πρέπει να γίνονται «γυμνές» από πολιτική εκπροσώπηση: ζήτησε να είναι παρόντες ο κυβερνητικός βουλευτής, η βουλευτής της αντιπολίτευσης, πολιτευτές, περιφερειακοί σύμβουλοι, όσοι «ζητούν την ψήφο» ανά εκλογικό κύκλο, ώστε να παίρνουν θέση δημόσια. Διαφορετικά –όπως είπε– ο δήμαρχος λειτουργεί ως «προστάτης» τους, επιτρέποντάς τους να μένουν εκτός κάδρου ευθύνης.

Σε αυτό το σημείο πάτησε και στο σχόλιο ακροατή που χαρακτήρισε τη χθεσινή συνάντηση «γυμνή» από πολιτεία, κράτος και Περιφέρεια. Ο Καλαντζάκης το αξιοποίησε για να ενισχύσει την κεντρική του θέση: οι δήμαρχοι προφανώς θέλουν τον άξονα, αλλά η πίεση πρέπει να μεταφερθεί σε εκείνους που αποφασίζουν και χρηματοδοτούν.

Πρότεινε μάλιστα και μια διαφορετική τακτική: μια συνάντηση στον Δήμο Ιεράπετρας με καταγραφή όλων των απόψεων, ώστε ο καθένας να αναλάβει τη δική του ευθύνη. Επανέλαβε ότι «δεν φταίνε μόνο οι δήμαρχοι», αλλά και όσοι δεν παίρνουν θέση.

Δημοτικό Συμβούλιο, «αυταρχικότητα» και εκλογικός ορίζοντας

Ο πρώην δήμαρχος άνοιξε και ένα εσωτερικό, καθαρά αυτοδιοικητικό μέτωπο: δήλωσε ότι δεν είναι ικανοποιημένος από τη λειτουργία του Δημοτικού Συμβουλίου Ιεράπετρας, κάνοντας λόγο για «αυταρχικότητα» και για αποκλεισμό της αντιπολίτευσης από έναν ουσιαστικό δημοκρατικό διάλογο. Το συνέδεσε με την ανάγκη να ακούγονται οι φωνές που μπορούν να βοηθήσουν, ειδικά όταν το διακύβευμα είναι μεγάλα έργα.

Έβαλε επίσης έναν σαφή χρονικό ορίζοντα πίεσης: υποστήριξε ότι αν δεν υπάρξει κίνηση «τώρα», μέσα στον επόμενο χρόνο, τότε μεγάλα έργα –όχι μόνο οδικά, αλλά και ύδρευσης– κινδυνεύουν να χαθούν από την ατζέντα ή να μείνουν πίσω, ειδικά ενόψει του πολιτικού κύκλου που ανοίγει προς τις επόμενες εκλογές.

Όταν ερωτήθηκε ευθέως για το αν σκέφτεται να είναι ξανά υποψήφιος δήμαρχος, απέφυγε να ανοίξει εκλογική συζήτηση τώρα, επιβεβαίωσε όμως ότι η παράταξή του θα είναι παρούσα στις επόμενες δημοτικές εκλογές, με υποψηφιότητα που θα αποφασιστεί συλλογικά.

Παραλιακό μέτωπο, πέργκολες και η «εκκρεμής» χρηματοδότηση

Προς το τέλος, η συζήτηση πέρασε και στο παραλιακό μέτωπο της Ιεράπετρας, με αφορμή σχόλιο ακροατή για κατεδαφίσεις. Ο Καλαντζάκης έκανε σύνδεση με μια άλλη «υπόσχεση που δεν ήρθε»: τα 4 εκατ. ευρώ που –όπως είπε– είχαν υποσχεθεί για να ξεκινήσει η αλλαγή του παραλιακού μετώπου, αρχίζοντας από το τμήμα από το Τελωνείο/Λιμεναρχείο έως την Αστυνομία. Υποστήριξε ότι αυτό το τμήμα θα μπορούσε να έχει δημοπρατηθεί, αλλά τα χρήματα «δεν έχουν έρθει ακόμη». Σε αυτό το σημείο η κριτική του έγινε πιο ευθεία: δεν φταίει μόνο η κυβέρνηση, αλλά και η «ανοχή» του δημάρχου, γιατί –κατά τη θέση του– ο δήμαρχος οφείλει να πιέζει πρώτα για τους δημότες και μετά για τις πολιτικές ισορροπίες.

Ταυτόχρονα εξέφρασε επιφυλάξεις για το αν θα υπάρξει λύση που να μην «τιμωρήσει» τους καταστηματάρχες εν μέσω σεζόν, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να αποδειχθούν δύσκολες οι προσαρμογές στο θεσμικό πλαίσιο.

Το διακύβευμα πίσω από τις δηλώσεις: από την ωριμότητα των μελετών στην ωριμότητα της πίεσης

Αν η παρέμβαση Μπαριτάκη έδωσε τη «τεχνική» φωτογραφία των μελετών και των αρμοδιοτήτων, η παρέμβαση Καλαντζάκη έβαλε στο ίδιο κάδρο το πολιτικό κόστος και την ευθύνη. Η μία πλευρά μιλά για κοινό υπόμνημα, θεσμικές εγκρίσεις και συνάντηση κορυφής με τον Πρωθυπουργό. Η άλλη επιμένει ότι χωρίς πολιτική παρουσία, χωρίς καθαρές απαιτήσεις και χωρίς ρήξεις όταν χρειάζεται, η ιστορία θα επαναληφθεί: ο ΝΟΑΚ θα μείνει κατακερματισμένος, το Λασίθι θα συνεχίσει να ζει με «ασφαλτοστρώσεις», και τα ώριμα έργα θα μένουν ώριμα μόνο στα χαρτιά.

Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν η νότια Κρήτη θα μετατρέψει τη συγκυρία –τον ΒΟΑΚ που προχωρά, το νέο αεροδρόμιο που αλλάζει τους χάρτες μετακίνησης, την πίεση του πρωτογενούς τομέα– σε πραγματική προτεραιότητα χρηματοδότησης και κατασκευής. Γιατί, όπως αναδείχθηκε σήμερα στον αέρα, οι δρόμοι δεν χάνονται μόνο από έλλειψη μελετών. Χάνονται και από έλλειψη «βαρύτητας» εκεί που παίρνονται οι αποφάσεις.

0 0 votes
Article Rating
Διαφημίσεις
Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Oldest
Newest Most Voted
Inline Feedbacks
View all comments