⏱ Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 1 λεπτά ανάγνωσης
Με μια εκτενή και αιχμηρή τοποθέτηση, ο αντιδήμαρχος και πρόεδρος του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου Ιεράπετρας, Μιχάλης Μπαχλιτζανάκης, επιχείρησε να απαντήσει στις αντιδράσεις που καταγράφηκαν στη χθεσινή συνεδρίαση του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου, δίνοντας τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα αλλά και ανατρέποντας βασικούς άξονες της κριτικής που του ασκήθηκε. Στο επίκεντρο της τοποθέτησής του βρέθηκε η έννοια της νομιμότητας, την οποία έθεσε ως βασικό πλαίσιο λειτουργίας του Λιμενικού Ταμείου, απέναντι σε μια, όπως περιέγραψε, «ευκαιριακή» επίκληση επιχειρημάτων περί ασφάλειας και χωρητικότητας.
Ο ίδιος ξεκαθάρισε εξαρχής ότι η εισήγησή του δεν στόχευε σε άμεση αλλαγή του τρόπου ελλιμενισμού, αλλά στον καθορισμό των θέσεων πρόσδεσης με βάση τις αιτήσεις που είχαν κατατεθεί. Υποστήριξε ότι το θέμα της πλαγιοδέτησης προέκυψε στη συζήτηση και τελικά έγινε αποδεκτό να συνεχιστεί, χωρίς ωστόσο να αναιρείται –όπως σημείωσε– το γεγονός ότι ο κανονισμός λειτουργίας του καταφυγίου προβλέπει ρητά την πρυμνοδέτηση για τα τουριστικά σκάφη κατά τη θερινή περίοδο.
Απαντώντας στις αιτιάσεις περί έλλειψης χώρου, ο κ. Μπαχλιτζανάκης τονίζοσε ότι, εφόσον υπάρχει διαθέσιμος χώρος, το Λιμενικό Ταμείο δεν έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί την είσοδο σε νέο σκάφος. «Η λιμενική εγκατάσταση είναι για χρήση όλων», σημείωσε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η διοίκηση οφείλει να λειτουργεί με βάση τη χρηστή διαχείριση και όχι με κριτήρια εντοπιότητας.
Σε αυτό το σημείο απέρριψε κατηγορηματικά το επιχείρημα περί προτεραιότητας των ντόπιων επαγγελματιών, επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχει καμία σχετική πρόβλεψη στη νομοθεσία. Όπως εξήγησε, οι αιτήσεις εξετάζονται με βάση τον αριθμό πρωτοκόλλου και τον χρόνο κατάθεσης, ενώ κάθε διαφορετική προσέγγιση θα μπορούσε να εκθέσει το Λιμενικό Ταμείο νομικά. «Δεν προβλέπεται πουθενά ότι προηγείται ο ντόπιος από τον μη ντόπιο», ανέφερε, απορρίπτοντας παράλληλα τις κατηγορίες περί «ξενομανίας» που διατυπώθηκαν εις βάρος του.
Παράλληλα αρνήθηκε το σενάριο περί αποκλεισμού σκαφών, υποστηρίζοντας ότι, με τα δεδομένα που υπήρχαν μέχρι τη συνεδρίαση, υπήρχε επάρκεια θέσεων και «κανένας δεν μένει εκτός». Μάλιστα, διευκρίνισε ότι ακόμη και σε περιπτώσεις αυξημένης ζήτησης υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις εντός του λιμενικού χώρου, ενώ προανήγγειλε ότι θα καταθέσει συγκεκριμένη πρόταση στο επόμενο συμβούλιο, η οποία –όπως είπε– θα στηρίζεται απολύτως στη νομιμότητα και στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο ζήτημα της ενημέρωσης των επαγγελματιών, απαντώντας στις αιτιάσεις ότι δεν υπήρξε επαρκής πληροφόρηση. Όπως ανέφερε, είχε αποσταλεί σχετικό e-mail στον πρόεδρο του συλλόγου «Δελφίνι», ενώ υπήρξαν και δημόσιες ανακοινώσεις μέσω της ιστοσελίδας του Δήμου και των μέσων ενημέρωσης. Τόνισε, ωστόσο, ότι ακόμη και για όσους δεν υπέβαλαν εγκαίρως αίτηση, το Λιμενικό Ταμείο τους έλαβε υπόψη, προχωρώντας σε επικοινωνία μαζί τους πριν τη συνεδρίαση.
Σημαντικό μέρος της τοποθέτησής του αφιερώθηκε στην ανάδειξη των αντιφάσεων που –κατά τον ίδιο– χαρακτηρίζουν τις αντιδράσεις. Όπως σημείωσε, από τη μία πλευρά γίνεται λόγος για έλλειψη χώρου και κινδύνους, ενώ από την άλλη αναγνωρίζεται ότι με «στρίμωγμα» μπορούν να εξυπηρετηθούν επιπλέον σκάφη. «Από εκεί που δεν είχαμε χώρο, ξαφνικά στριμωχτήκαμε και χωρέσαμε, και θα στριμωχτούμε κι άλλο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Μπαχλιτζανάκης αναφέρθηκε επίσης σε ζητήματα που άπτονται της λειτουργίας και της εικόνας του λιμανιού, επισημαίνοντας ότι έχουν γίνει προσπάθειες εξυγίανσης και οργάνωσης, οι οποίες –όπως είπε– δεν στηρίχθηκαν από όλους. Υποστήριξε ότι στόχος του είναι η συνολική αναβάθμιση του παραλιακού μετώπου και όχι η εξυπηρέτηση επιμέρους συμφερόντων, αφήνοντας αιχμές ότι μέρος των αντιδράσεων συνδέεται με τη διατήρηση υφιστάμενων ισορροπιών και ατομικά συμφέροντα. Παράλληλα τόνισε πως οι προτάσεις που έγιναν από τον ίδιο έχουν σαφές αναπτυξιακό ορίζοντα με σκοπό να αξιοποιηθεί το αυξημένο ενδιαφέρον που υπάρχει για κρουαζιέρες προς τη νήσο Χρυσή.
Σε πιο προσωπικό τόνο, ο πρόεδρος του Λιμενικού Ταμείου δεν έκρυψε την ενόχλησή του για το κλίμα που διαμορφώθηκε στη συνεδρίαση, δηλώνοντας ότι αισθάνθηκε προσβεβλημένος από κατηγορίες και υπονοούμενα που διατυπώθηκαν εις βάρος του. «Όποιος έχει κάτι εναντίον μου να βγει να το πει», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι ενεργεί με αμεροληψία σε όλη τη διάρκεια της θητείας του και κατά το παρελθόν ως λιμενικός υπάλληλος.
Ταυτόχρονα, έστειλε σαφές μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση ότι δεν πρόκειται να ανεχθεί επανάληψη τέτοιων πρακτικών, προειδοποιώντας ότι, σε περίπτωση που συνεχιστούν απειλές ή υπονοούμενα, θα κινηθεί νομικά. «Απειλές από κανέναν δεν δέχομαι», τόνισε με έμφαση, κάνοντας λόγο για συμπεριφορές που, όπως είπε, ξεπερνούν τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο παραίτησής του, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο χωρίς να λάβει οριστική θέση, σημειώνοντας ότι έχει δεχθεί έντονες πιέσεις να παραμείνει στη θέση του, την ώρα που –όπως είπε– βρίσκεται σε εξέλιξη μια προσπάθεια «να μπει τάξη» στη λειτουργία του λιμανιού. Παράλληλα, δεν έκρυψε τον προβληματισμό του για το γεγονός ότι, όπως ανέφερε, «κάποιοι δεν θέλουν να χάσουν το βόλεμά τους».
Κλείνοντας, επανέλαβε την κεντρική του θέση ότι υπάρχει δυνατότητα να εξυπηρετηθούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι, τουλάχιστον μέχρι να φτάσει το λιμάνι σε σημείο κορεσμού, επιμένοντας ότι η διαχείριση θα πρέπει να γίνεται με κανόνες, διαφάνεια και ίση μεταχείριση. «Δεν θα μείνει κανείς έξω από το λιμάνι», ανέφερε, συμπυκνώνοντας το βασικό μήνυμα της τοποθέτησής του, σε μια συζήτηση που παραμένει ανοιχτή και αναμένεται να συνεχιστεί στο επόμενο συμβούλιο του Λιμενικού Ταμείου.


