⏱ Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 1 λεπτά ανάγνωσης
Σε μια ιδιαίτερα ουσιαστική παρέμβαση στην Ολομέλεια της Βουλής, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Παιδείας για την ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών και τη συνολική αναδιάρθρωση της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, προχώρησε η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνα Σπυριδάκη, ασκώντας τεκμηριωμένη αλλά και πολιτικά ξεκάθαρη κριτική στον σχεδιασμό της Κυβέρνησης.
Η Βουλευτής ξεκίνησε επισημαίνοντας ότι, παρά τη θετική κατεύθυνση που θα μπορούσε να σηματοδοτεί η ίδρυση μιας Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, το νομοσχέδιο δεν ανταποκρίνεται στο βάθος και τη σημασία του εγχειρήματος: «αν σήμερα μείνει κανείς στους τίτλους θα μπορούσε να πει επιτέλους ότι ιδρύεται η Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών. Για οποιονδήποτε, όμως, παρακολουθεί τις ανησυχίες του καλλιτεχνικού κόσμου τις τελευταίες δεκαετίες ο τίτλος αυτός θα πρέπει να αποτελεί το επιστέγασμα μιας εθνικής πολιτικής για τον πολιτισμό και την παιδεία».
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι η νομοθετική πρωτοβουλία δεν προέκυψε από έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό, αλλά ως αναγκαστική απάντηση σε προηγούμενες κυβερνητικές επιλογές: «το νομοσχέδιο ήρθε υπό το κράτος της ανάγκης, ήρθε για να θεραπεύσει τις πληγές που η ίδια η Κυβέρνηση άνοιξε με το π.δ.85/2022…» και συνέχισε: «Με την έκδοση… των αποφάσεων του ΣτΕ… η Κυβέρνηση κατάλαβε ότι τα περιθώρια στενεύουν και ως εκ τούτου πρέπει να συμμορφωθεί στη δικαστική κρίση…»
Η κα Σπυριδάκη υπογράμμισε ότι η ίδρυση της Σχολής αποτελεί πράγματι ηθική και εκπαιδευτική υποχρέωση, ωστόσο έθεσε το κρίσιμο ερώτημα της ουσίας και όχι της επικοινωνίας: «Το ερώτημα είναι αν η Κυβέρνηση, πράγματι, βλέπει το θέμα στη σπουδαία του διάσταση ή μήπως προσπαθεί να διεκπεραιώσει ζητήματα σαν να κλείνει απλώς διοικητικές εκκρεμότητες».
Ασκώντας ουσιαστική κριτική στις επιμέρους ρυθμίσεις, στάθηκε ιδιαίτερα στο ζήτημα της διοικητικής συνένωσης ιστορικών σχολών: «στο άρθρο 5 βλέπουμε την ανορθόδοξη απορρόφηση των ιστορικών Σχολών… μια συνένωση που ήρθε μάλλον με μοναδικό κριτήριο το δημόσιο χαρακτήρα…» ενώ προειδοποίησε για τις συνέπειες: «Η επιλογή αυτή υπάρχει κίνδυνος να κατακερματίσει τη νέα Σχολή… ενώ ενδέχεται να διαλύσει και την φυσιογνωμία των ιστορικών σχολών…»
Παράλληλα, ανέδειξε τον πυρήνα της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, που δεν μπορεί να περιορίζεται σε ακαδημαϊκά κριτήρια: «Η ιδιαιτερότητα της τέχνης δεν ξεκινά ούτε τελειώνει με την ακαδημαϊκή θεωρία. Μιλάμε για καθημερινή τριβή, για πράξη, για επανάληψη, για μαθητεία…» και προειδοποίησε ότι αυτή η οργανική σχέση κινδυνεύει να χαθεί.
Στο κρίσιμο ζήτημα της στελέχωσης, η Βουλευτής έθεσε την ανάγκη ισορροπίας: «Εδώ είναι απαραίτητη η ισορροπία… ανάμεσα σε καλλιτέχνες εγνωσμένου κύρους… και σε ακαδημαϊκούς με υψηλά προσόντα.» ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί στον κίνδυνο αποκλεισμού σημαντικών προσωπικοτήτων του χώρου.
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η παρέμβασή της για τη μεταχείριση των παλαιών αποφοίτων: «τη μεταχείριση των χιλιάδων αποφοίτων των προηγούμενων ετών. Από τη μία οι νέοι σπουδαστές της Ανώτατης Σχολής θα οδηγούνται σε ένα πτυχίο πανεπιστημιακού επιπέδου, από την άλλη όμως στους παλαιότερους αποφοίτους θα συμβεί ακριβώς το ίδιο ή θα υποδειχθεί ο διάδρομος των κατατακτήριων εξετάσεων για να πάνε στο επίπεδο 6; Πλην όμως να τονίσουμε ότι ο δρόμος αυτός είναι στενός αφενός γιατί το ποσοστό των εισακτέων είναι μόλις 15% αφετέρου η εναλλακτική μας του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου δεν αποτελεί την πιο λειτουργική λύση, πρώτον, διότι στο πεδίο αυτό δεν ενδείκνυται οι διαδικτυακές σπουδές και δεύτερον, διότι καλούνται να πληρώσουν περαιτέρω. Και η αλήθεια είναι ότι δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε από την Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας άνθρωποι να τελειώνουν, όπως είδαμε και με το Πυροσβεστικό Σώμα, ακριβώς τον ίδιο οδηγό σπουδών και εν τέλει να μην έχουν τα ίδια δικαιώματα», τονίζοντας τις ανισότητες που δημιουργούνται και τις πρακτικές δυσκολίες που τίθενται.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε, επίσης, η Βουλευτής σε κρίσιμα ζητήματα που παραμένουν σε εκκρεμότητα, παρά τις κυβερνητικές δεσμεύσεις, αναδεικνύοντας τόσο την ανάγκη αναγνώρισης επαγγελματικών δικαιωμάτων όσο και την εξέλιξη του ανθρώπινου δυναμικού της ανώτατης εκπαίδευσης: «Μιας και μιλάμε για υποσχέσεις που δεν έχουν συζητηθεί, θα ήθελα να αναφέρω ακόμη δύο θέματα. Το πρώτο έχει να κάνει με την αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των καλλιτεχνών παραδοσιακών οργάνων, στο οποίο έχει δεσμευτεί το Υπουργείο Πολιτισμού και απαιτεί τη συμπαράσταση και του Υπουργείου Παιδείας, το οποίο ενώ το έχετε δεχτεί στον δικό μας κοινοβουλευτικό έλεγχο, δεν το βλέπουμε να γίνεται πράξη και το δεύτερο είναι η εξέλιξη και ανέλιξη των μελών ΕΔΙΠ και ΕΕΠ. Στο παρελθόν είχαμε καταθέσει αντίστοιχη τροπολογία, είχε πει ο τότε Υπουργός ότι είναι στη θετική κατεύθυνση, δεν την είχε δεχθεί και ακόμα περιμένουμε να δούμε κάποια ρύθμιση. Και αν μιλήσω ως Βουλευτής Κρήτης, μιλάμε αυτή τη στιγμή για εκατόν δέκα άτομα στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, μιλάμε για δέκα άτομα στον ΕΛΜΕΠΑ και σαράντα εννέα στο Πολυτεχνείο Κρήτης. Και για αυτό, κυρία Υπουργέ, περιμένουμε κάτι».
Κλείνοντας την τοποθέτησή της, έστειλε σαφές πολιτικό μήνυμα: «η αναβάθμιση της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης είναι ένα εθνικό στοίχημα που δεν επιδέχεται άλλες καθυστερήσεις» και τόνισε: «μια μεταρρύθμιση για να πετύχει δεν αρκεί να είναι τίτλος… για να διασφαλίσουμε ότι… θα γίνει μια εθνική στρατηγική… και όχι μια βιαστική διοικητική τακτοποίηση».
Η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ κάλεσε την Κυβέρνηση να προχωρήσει σε ουσιαστικές βελτιώσεις, επισημαίνοντας ότι ο καλλιτεχνικός κόσμος δεν χρειάζεται επικοινωνιακές εξαγγελίες, αλλά πραγματικές λύσεις, σεβασμό και ένα συνεκτικό, μακροπρόθεσμο σχέδιο για την καλλιτεχνική εκπαίδευση.


