⏱ Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 1 λεπτά ανάγνωσης
Σε πέντε εκατομμύρια ευρώ εκτιμώνται τα παράνομα κέρδη που αποκόμισε το εγκληματικό δίκτυο που φέρεται στυγνά να εκμεταλλευόταν αλλοδαπούς εργάτες. Το κύκλωμα που είχε διασυνδέσεις σε Ελλάδα-εξωτερικό εξαρθρώθηκε έπειτα από μεγάλη αστυνομική επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε σε Κρήτη, Βοιωτία και Αττική, υπό τον συντονισμό και την εποπτεία της Ασφάλειας Ηρακλείου, με την συμμετοχή πολλών αστυνομικών δυνάμεων από διάφορες υπηρεσίες και νομούς. Συνολικά συνελήφθησαν 21 άτομα, 16 Έλληνες και πέντε αλλοδαποί, ενώ κατασχέθηκαν περισσότερα από 200.000 ευρω.
Σύμφωνα με τη δικογραφία της Ασφάλειας Ηρακλείου, η εγκληματική οργάνωση φέρεται να είχε αναπτύξει πολυεπίπεδη δράση τουλάχιστον από το 2023, δημιουργώντας ένα οργανωμένο σύστημα παράνομης μετάκλησης αλλοδαπών εργαζομένων, κυρίως από το Πακιστάν, τους οποίους στη συνέχεια εκμεταλλευόταν οικονομικά.
Το δίκτυο φαίνεται ότι λειτουργούσε με σαφή επιχειρησιακή δομή, στην οποία συμμετείχαν μέλη με διακριτούς ρόλους, από τον λεγόμενο «σκληρό πυρήνα» που φέρεται να συντόνιζε τη δράση, έως μεσάζοντες που στρατολογούσαν αλλοδαπούς στο εξωτερικό και «εικονικούς εργοδότες» προκειμένου να διευκολυνθεί η είσοδος των μεταναστών στην Ελλάδα.

Οι πέντε του «σκληρού πυρήνα»
Στον αποκαλούμενο «σκληρό πυρήνα» της οργάνωσης εντάσσονται πέντε πρόσωπα από την Κρήτη, τρεις άνδρες και δύο γυναίκες, τα οποία έχουν συλληφθεί. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ένας 51χρονος που φέρεται ως αρχηγός της οργάνωσης και η 44χρονη σύζυγός του, ιδιοκτήτρια ιδιωτικού ΚΕΠ στο Ηράκλειο. Κατά τις αρχές, ο φερόμενος ως επικεφαλής είχε τον συντονισμό της δράσης και διαχειριζόταν τα οικονομικά της οργάνωσης, λαμβάνοντας χρήματα από τους μεσάζοντες και καταβάλλοντας ποσά στους εικονικούς εργοδότες.
Σε δεύτερο επίπεδο της δομής φέρονται να λειτουργούσαν επτά αλλοδαποί πακιστανικής καταγωγής, οι οποίοι αναζητούσαν άτομα σε ευάλωτη θέση στη χώρα καταγωγής τους, υποσχόμενοι νόμιμη εργασία και άδεια παραμονής στην Ελλάδα. Οι αλλοδαποί πείθονταν να ταξιδέψουν στην Ελλάδα καταβάλλοντας μεγάλα χρηματικά ποσά, δημιουργώντας έτσι χρέη προς το δίκτυο.
Οι εικονικοί εργοδότες
Καθοριστικός φέρεται να ήταν ο ρόλος των λεγόμενων «εικονικών εργοδοτών». Σύμφωνα με την έρευνα της Ασφάλειας Ηρακλείου, έντεκα πρόσωπα από την Κρήτη εμφανίζονταν ως εργοδότες αλλοδαπών εργαζομένων, υπογράφοντας εικονικές συμβάσεις εργασίας που χρησιμοποιούνταν για τη διαδικασία μετάκλησης εργαζομένων από το εξωτερικό. Οι συμβάσεις αυτές αποτέλεσαν τη βάση για την έκδοση θεωρήσεων εισόδου και για τη μεταγενέστερη υποβολή αιτήσεων άδειας διαμονής.
Στην πράξη, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, οι αλλοδαποί δεν απασχολούνταν στις θέσεις εργασίας που εμφανίζονταν στις συμβάσεις, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις φέρεται να εξαναγκάζονταν σε αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία.
Η αστυνομική έρευνα κατέγραψε επίσης περιπτώσεις παρακράτησης διαβατηρίων αλλοδαπών, γεγονός που, σύμφωνα με τις αρχές, δημιουργούσε συνθήκες εξάρτησης και περιορισμού της ελευθερίας τους. Μέχρι στιγμής έχουν τεκμηριωθεί 19 περιπτώσεις αλλοδαπών – όλοι πακιστανικής καταγωγής – για τους οποίους φέρεται να παρακρατήθηκαν ταξιδιωτικά έγγραφα, ενώ άλλες 29 περιπτώσεις βρίσκονται υπό διερεύνηση.
Η δράση της οργάνωσης φέρεται να λειτουργούσε υπό το «κέλυφος» επιχείρησης με έδρα το Ηράκλειο, η οποία δραστηριοποιείται από το 2021 ως ομόρρυθμη εταιρεία παροχής γραμματειακών και συμβουλευτικών υπηρεσιών γραφείου καθώς και υπηρεσιών χρηματικής διαμεσολάβησης. Μέσω της επιχείρησης αυτής διεκπεραιώνονταν οι διαδικασίες μετάκλησης αλλοδαπών και οι αιτήσεις για άδειες διαμονής.
Παράλληλα, σύμφωνα με τη δικογραφία, μέλη της οργάνωσης φέρονται να κατέθεταν αιτήσεις για άδειες διαμονής αλλοδαπών ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις, ενώ σε άλλες περιπτώσεις χρησιμοποιούνταν ψευδείς ιατρικές πιστοποιήσεις προκειμένου να εξασφαλιστεί η λεγόμενη «μπλε βεβαίωση», που παρέχει προσωρινό καθεστώς νόμιμης παραμονής στη χώρα.
Η δικογραφία περιλαμβάνει συνολικά τρεις βασικούς άξονες δράσης: -σαράντα οκτώ υποθέσεις που αφορούν εμπορία ανθρώπων και παράνομη διακίνηση μεταναστών,
-είκοσι τέσσερις υποθέσεις που σχετίζονται με τη χρήση ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων και ακόμη
διακόσιες δώδεκα υποθέσεις που εξετάζονται στο πλαίσιο της έρευνας.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αρχών, τα ποσά που καταβάλλονταν από τους αλλοδαπούς προς το κύκλωμα έφθαναν σε ορισμένες περιπτώσεις έως και τις 20.000 ευρώ ανά άτομο, ενώ σε άλλες κυμαίνονταν από 2.000 έως 10.000 ευρώ.
Η εξάρθρωση του δικτύου προέκυψε έπειτα από μακροχρόνια και συστηματική έρευνα της Ασφάλειας Ηρακλείου, η οποία βασίστηκε σε καταθέσεις θυμάτων, αξιοποίηση πληροφοριών, κατασχέσεις ψηφιακών πειστηρίων, καθώς και σε στοιχεία από διοικητικούς φακέλους μεταναστών που τηρούνται στις αρμόδιες υπηρεσίες.
Αναφέρεται επί λέξει στο διαβιβαστικό:
«Προέβαινε στην τέλεση των κακουργηματικών πράξεων της εμπορίας ανθρώπων με σκοπό το κέρδος υπό τη μορφή της εργασιακής εκμετάλλευσης, συνδεόμενης αυτής με την παράνομη είσοδο και παράνομη διαμονή πολιτών τρίτης χώρας στο ελληνικό έδαφος, καθώς και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες, αλλά και στην τέλεση άλλων αδικημάτων που απαιτούνταν για την υποστήριξη της εν λόγω εγκληματικής δράσης όπως της παράνομης κατακράτησης, της απάτης σε βάρος του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, ΟΤΑ κλπ, της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, της παραβίασης της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας. Για την τέλεση των ως άνω εγκληματικών πράξεων χρησιμοποιούνταν διάφορες μέθοδοι όπως εν προκειμένω η μετάκληση με εικονική ατομική σύμβαση εργασίας πολιτών τρίτων χωρών στην Ελλάδα για εργασία με σκοπό τη διευκόλυνση της εισόδου και διαμονής του αλλοδαπού στο ελληνικό έδαφος δίχως η εργασιακή σχέση να υφίσταται στην πραγματικότητα, και η εν συνεχεία καταστρατήγηση της μεταναστευτικής νομοθεσίας σε σχέση με την αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής με σκοπό τη νομιμοποίηση των αλλοδαπών στις ίδιες περιπτώσεις αλλά και σε άλλες που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου και οι οποίες κρίθηκαν για το λόγο αυτό καταχρηστικές.
-Ακόμη επιδίδονταν στην τέλεση και άλλων εγκληματικών πράξεων προς επίτευξη του σκοπού τους δηλ. τον πορισμό παράνομου κέρδους όπως την παρακράτηση – στέρηση ταξιδιωτικών εγγράφων, την εξώθηση σε πραγματική αδήλωτη – ανασφάλιστη εργασία χωρίς νόμιμη σύμβαση εργασίας, την απόσπαση της συναίνεσης αλλοδαπών με απατηλά μέσα, εκμεταλλευόμενοι και της ευάλωτης θέσης τους, όπως την υπόσχεση παροχής νόμιμης εργασίας και νόμιμου τίτλου διαμονής στην Ελλάδα, με σκοπό τη δημιουργία δυσανάλογων οφειλών -χρεων απο μερους των μεταναστων εναντι αυτων αλλα και την κατ΄ εξακολούθηση άσκηση ψυχολογικής βίας για την ικανοποίηση των σκοπών τους. Οι εν λόγω πράξεις εξακολουθούν να τελούνται, από περισσότερους συμμέτοχους – μέλη της εγκληματικής οργάνωσης- σε βάρος περισσότερων θυμάτων αλλοδαπών, ευρισκομένων σε ευάλωτη θέση, σε περισσότερες τοποθεσίες της ημεδαπής ιδίως της πόλης του Ηρακλείου και της πόλης του Αγ. Νικολάου με την καταστρατήγηση μεταξύ άλλων της μεταναστευτικής και εργατικής νομοθεσίας σε σχέση με τα ανωτέρω, ενώπιον των Ελληνικών δημόσιων αρχών και υπηρεσιών είτε βρίσκονται στην ημεδαπή είτε στην αλλοδαπή ενώπιον ελληνικών προξενικών αρχών στο Ισλαμαμπάντ/ Πακιστάν, τη Ντόχα/ Κατάρ και το Άμπου Ντάμπι/ ΗΑΕ, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου κέρδους.
-Επίσης, το έτος 2024, στο πλαίσιο αιτήσεων υπαγωγής στην ad hoc διαδικασία χορήγησης νέου τύπου άδειας διαμονής του άρθρου 193 ν.5078/ 2023, έως την 31.12.2024, επιδίδονταν στη δημόσια χρήση ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων έναντι χρηματικού ποσού, αναφορικά με τη προϋπόθεση απόδειξης, από πλευράς του αιτούντος, συνεχούς και αδιάλειπτης τριετούς διαμονής στη χώρα, χωρίς άδεια διαμονής, με σκοπό τη χορήγηση της βεβαίωσης της παρ. 8 του άρθρου 10 του ν.5038/ 2023 (“Μπλε Βεβαίωση”), σε αλλοδαπούς π.τ.χ. που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις, καταστρατηγώντας την μεταναστευτική νομοθεσία.
-Όμοια το έτος 2023 προέβαινε έναντι χρηματικού ποσού, σε κατάθεση αιτήσεων για τη χορήγηση άδειας διαμονής μέσω των ηλεκτρονικών υπηρεσιών του Υπ. Μετανάστευσης και Ασύλου σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.4251/ 2014, σε αλλοδαπούς που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του νόμου, χωρίς τα απαραίτητα δικαιολογητικά, έναντι χρηματικού ποσού, με σκοπό τη λήψη της Βεβαίωσης της παρ. 5 του άρθρου 8 του ν.4251/2014 (“Μπλε Βεβαίωση”), παρατείνοντας την παράνομη διαμονή τους στην Ελλάδα.


