⏱ Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 1 λεπτά ανάγνωσης
Μια πραγματικότητα που για μήνες κυκλοφορούσε χαμηλόφωνα ανάμεσα σε κινητά, παρέες μαθητών και κλειστούς κύκλους συνομηλίκων αναδείχθηκε, με σκληρό τρόπο, μετά την δημοσιοποίηση τριών βίντεο από το radiolasithi.gr. Πέρα από ένα ακόμη κύκλο σχολιασμού στα τοπικά μέσα και στα κοινωνικά δίκτυα, οι εικόνες με ανήλικους σε σκηνές βίας, υπό το βλέμμα άλλων παιδιών που καταγράφουν, γελούν ή ενθαρρύνουν, προκάλεσαν σοκ στην τοπική κοινωνία της Ιεράπετρας. Όμως η συζήτηση που ακολούθησε στο Ράδιο Λασίθι, δεν κινήθηκε στη λογική του πανικού, ούτε στην εύκολη καταγγελία. Αντίθετα, ανέδειξε πόσο σύνθετο είναι το φαινόμενο, πόσο προσεκτικά πρέπει να διαβαστεί και πόσο αναγκαίο είναι να αντιμετωπιστεί με συνεργασία, ψυχραιμία και καθαρές κουβέντες ανάμεσα σε σχολείο, οικογένεια, θεσμούς και κοινωνία.
Πρώτη πήρε τον λόγο η σύμβουλος εκπαίδευσης δευτεροβάθμιας Λασιθίου, Δέσποινα Βασαρμίδου, βάζοντας εξαρχής ένα κρίσιμο πλαίσιο: το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο, αλλά δεν μπορεί να διαβάζεται πρόχειρα και ενιαία. Όπως εξήγησε, άλλο πράγμα είναι η ενδοσχολική βία και άλλο η παραβατικότητα ανηλίκων, καθώς το σχολείο δεν είναι απαραίτητα η γενεσιουργός αιτία τέτοιων συμπεριφορών, αλλά ο χώρος όπου αυτές συχνά εκδηλώνονται επειδή εκεί τα παιδιά περνούν μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς τους. Η ίδια επέμεινε ότι πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό πρόβλημα, στο οποίο συναντώνται η κοινωνία, η οικογένεια, τα πρότυπα που προβάλλονται και ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά κοινωνικοποιούνται από πολύ μικρή ηλικία.
Η κ. Βασαρμίδου έσπευσε πάντως να διευκρινίσει ότι, τουλάχιστον σε επίπεδο σχολικής πραγματικότητας στο Λασίθι, τα καταγεγραμμένα περιστατικά ενδοσχολικής βίας, παραμένουν περιορισμένα και διαχειρίσιμα. Όπως ανέφερε, στην επίσημη πλατφόρμα της διεύθυνσης εκπαίδευσης, τα τελευταία τρία χρόνια είχαν καταγραφεί μόλις τρία περιστατικά, από τα οποία μόνο ένα πληρούσε τα χαρακτηριστικά της ενδοσχολικής βίας. Η παρατήρηση αυτή έχει τη σημασία της, γιατί μετατοπίζει τη συζήτηση από τον γενικευμένο ηθικό πανικό σε μια πιο ακριβή αποτύπωση: το πρόβλημα υπάρχει, αλλά δεν αντιμετωπίζεται με υπεραπλουστεύσεις, ούτε με την αυτόματη στοχοποίηση του σχολείου ως μοναδικού υπεύθυνου χώρου.
Το βάρος της τοποθέτησής της, έπεσε κυρίως στην πρόληψη και στις βαθύτερες αιτίες. Περιέγραψε μια σχολική κοινότητα που δεν μένει αδρανής, αλλά αναζητά συνεχώς εργαλεία διαχείρισης: επιμορφωτικά σεμινάρια για εκπαιδευτικούς, σχολές γονέων, δράσεις ενίσχυσης δεξιοτήτων ζωής, αλλά και προγράμματα σχολικής διαμεσολάβησης, στα οποία οι ίδιοι οι μαθητές εκπαιδεύονται ώστε να αποκλιμακώνουν συγκρούσεις ανάμεσα σε συνομηλίκους τους. Στην ανάγνωσή της, αυτό είναι το κρίσιμο πεδίο: όχι μόνο η εκ των υστέρων παρέμβαση, αλλά η καθημερινή οικοδόμηση μιας κουλτούρας επικοινωνίας, σεβασμού και ορίων.
Στο πιο αιχμηρό σημείο της παρέμβασής της, η κ. Βασαρμίδου συνέδεσε τη βία των ανηλίκων με τις προσλαμβάνουσες εικόνες της εποχής. Όπως είπε, τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η βία έχει κανονικοποιηθεί σε πολλαπλά επίπεδα: σε παιχνίδια, σειρές, τηλεοπτικό περιεχόμενο, ακόμη και στον δημόσιο λόγο. Αυτό, σύμφωνα με την ίδια, οδηγεί σε μια επικίνδυνη εξοικείωση, σε σημείο που αρκετά παιδιά να μην αναγνωρίζουν καν ότι αυτό που βλέπουν ή κάνουν είναι βία. Πρόσθεσε μάλιστα πως, η εποχή χαρακτηρίζεται και από ένδεια θετικών προτύπων, με αποτέλεσμα οι ανήλικοι να στρέφονται συχνά σε επιθετικές ή στρεβλές εκδοχές δύναμης και ανδρισμού, όπως αυτές αναπαράγονται από influencers, διαδικτυακές περσόνες ή βίαιους ήρωες της οθόνης.
Στο ίδιο πλαίσιο, υπογράμμισε ότι η βία δεν είναι κάτι που γεννιέται ξαφνικά στον δρόμο ή στην αυλή ενός σχολείου, αλλά συχνά διαμορφώνεται πολύ νωρίτερα, μέσα στο σπίτι και στην καθημερινή ανατροφή. Επικαλέστηκε μάλιστα στοιχεία του «Χαμόγελου του Παιδιού» για αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας, επισημαίνοντας ότι η απουσία ενσυναίσθησης και η αδυναμία εφαρμογής λειτουργικών ορίων, αποτελούν δύο κρίσιμους παράγοντες. Όταν ένα παιδί δεν μαθαίνει να μπαίνει στη θέση του άλλου και δεν μεγαλώνει μέσα σε ένα περιβάλλον με σαφείς κανόνες, είναι ευκολότερο να απευαισθητοποιηθεί απέναντι στη βία ή να συγκρουστεί με κάθε μορφή πλαισίου που επιχειρεί να βάλει όρια, είτε αυτό είναι το σχολείο είτε η ίδια η κοινωνική συνύπαρξη.
Εξίσου αποκαλυπτική ήταν η τοποθέτησή της για τη σχέση σχολείου και οικογένειας. Η κ. Βασαρμίδου δεν επιχείρησε να απαλλάξει το σχολείο από τις ευθύνες του, αλλά έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη στάση των γονέων, λέγοντας ότι συχνά οι γρήγοροι ρυθμοί ζωής, η πολύωρη απουσία από το σπίτι και η συναισθηματική κόπωση, αφήνουν κενά στη σχέση με τα παιδιά. Εκεί, όπως είπε, χάνεται συχνά το νήμα της καθημερινής επαφής, της παρατήρησης και της έγκαιρης παρέμβασης. Παράλληλα, στάθηκε και σε ένα ακόμη σημείο που επανέρχεται σταθερά στις σχολικές κοινότητες: όταν ένα σχολείο καλεί έναν γονέα για να επισημάνει μια συμπεριφορά, η πρώτη αντίδραση δεν είναι σπάνια αμυντική ή θυμωμένη, σαν να πρόκειται για επίθεση απέναντι στο παιδί και όχι για προσπάθεια επίλυσης ενός προβλήματος.
Σε αυτό το κλίμα, πήρε τον λόγο ο διοικητής του Τμήματος Ασφαλείας Ιεράπετρας, Νεκτάριος Φρονιμάκης, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι τα συγκεκριμένα βίντεο έφτασαν στην υπηρεσία την περασμένη εβδομάδα και ότι η κινητοποίηση ήταν άμεση. Όπως ανέφερε, μέσα σε μία ημέρα είχαν εντοπιστεί οι ανήλικοι που εμφανίζονται στο υλικό, είχαν κληθεί οι γονείς τους, ελήφθησαν καταθέσεις και ενημερώθηκε η Εισαγγελία. Ο ίδιος σημείωσε ότι τα περιστατικά δεν ήταν πρόσφατα, αλλά είχαν συμβεί μήνες πριν, ενώ κάποια από αυτά μπορεί να τοποθετούνται ακόμη πιο πίσω στον χρόνο.
Ο κ. Φρονιμάκης, απέφυγε να δώσει μια στενά κατασταλτική διάσταση στην υπόθεση. Αντίθετα, τόνισε ότι η παραβατικότητα ανηλίκων δεν είναι απλώς ζήτημα αστυνόμευσης αλλά κοινωνικό φαινόμενο, που συνδέεται με το οικογενειακό περιβάλλον, τη σχολική εμπειρία, τις κοινωνικές πιέσεις και την επίδραση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η παρέμβασή του είχε περισσότερο τον χαρακτήρα μιας υπενθύμισης, ότι οι μηχανισμοί του κράτους μπορούν να αντιδράσουν γρήγορα όταν ενημερώνονται, αλλά η ουσιαστική αντιμετώπιση του φαινομένου δεν εξαντλείται στη δικογραφία ή στην τυπική διαδικασία. Χρειάζεται συνεργασία και κοινή εγρήγορση.
Από την πλευρά των γονέων, η πρόεδρος της Ένωσης Συλλόγων Γονέων του Δήμου Ιεράπετρας, Ελπίδα Σουργιαδάκη, δήλωσε ότι δεν υπήρχε έως τώρα επίσημη καταγγελία για αντίστοιχα περιστατικά στην Ένωση, παραδέχθηκε όμως ότι οι εικόνες που είδε ήταν ιδιαίτερα σκληρές. Στάθηκε στην ανάγκη για μεγαλύτερη πρόληψη και για ουσιαστικότερη συνεργασία γονέων και εκπαιδευτικών, σημειώνοντας ότι, πολλές φορές οι οικογένειες δυσκολεύονται είτε να αποδεχθούν ότι υπάρχει πρόβλημα, είτε να δουν ψύχραιμα τι πραγματικά συμβαίνει με το παιδί τους. Στην ουσία της τοποθέτησής της, η ανησυχία δεν εκφράστηκε ως κραυγή αλλά ως διαπίστωση ενός γνωστού κενού: οι γονείς λείπουν πολλές ώρες, οι ρυθμοί της καθημερινότητας πιέζουν και η σύνδεση με τα παιδιά εξασθενεί εκεί ακριβώς που θα έπρεπε να γίνεται πιο ουσιαστική.
Η κ. Σουργιαδάκη έβαλε στο τραπέζι και μια ακόμη κρίσιμη παράμετρο, αυτή της αποδοχής της βοήθειας. Επέμεινε ότι, οι γονείς χρειάζεται να είναι πιο δεκτικοί απέναντι στο σχολείο και στους ειδικούς, να μην κρύβουν δυσκολίες «κάτω από το χαλί» και να μην αντιμετωπίζουν κάθε παρατήρηση ως προσβολή ή απειλή. Σε ένα περιβάλλον όπου τα φαινόμενα βίας δεν λύνονται ούτε με άρνηση ούτε με δημόσιο κατακεραυνισμό, η διάθεση συνεργασίας αναδείχθηκε ως ένας από τους λίγους ρεαλιστικούς δρόμους.
Στο τελευταίο μέρος της συζήτησης, η ψυχολόγος Σταυρούλα Δελημπαλταδάκη πρόσθεσε τη δική της οπτική, επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχουν εύκολες ή μαγικές λύσεις για τέτοια φαινόμενα. Σύνδεσε την αύξηση της βίας και με το αποτύπωμα της περιόδου της καραντίνας, της απομόνωσης και της ακόμη μεγαλύτερης έκθεσης των παιδιών στις οθόνες, ενώ στάθηκε στην υποχώρηση του ρυθμιστικού ρόλου που είχαν κάποτε ο γονιός και ο εκπαιδευτικός. Τόνισε επίσης, την πίεση που δέχονται σήμερα οι δάσκαλοι μέσα σε πολυπληθείς και σύνθετες τάξεις, αλλά και τη δυσκολία να υπάρξει σταθερή συμμετοχή των γονέων σε δράσεις ή συναντήσεις που οργανώνουν τα σχολεία.
Παρότι η παρέμβασή της κινήθηκε σε πιο έντονους τόνους σε ορισμένα σημεία, το βασικό της μήνυμα συνέκλινε με όσα είχαν ήδη ειπωθεί: ότι χωρίς όρια, χωρίς συνέπεια και χωρίς καθαρούς ρόλους μέσα στην οικογένεια και το σχολείο, τα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα θολό περιβάλλον, όπου η ευθύνη μετατοπίζεται συνεχώς και κανείς δεν νιώθει πραγματικά υπόλογος. Υπό αυτή την έννοια, η συζήτηση δεν ανέδειξε μόνο το τραυματικό φορτίο των εικόνων, αλλά και το δομικό έλλειμμα μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται να βάλει κανόνες, να τους τηρήσει και να τους υποστηρίξει συλλογικά.
Η Δέσποινα Βασαρμίδου, επανερχόμενη στο κλείσιμο της εκπομπής, επανέλαβε ότι το σχολείο δίνει καθημερινά μια δύσκολη μάχη προσαρμογής σε νέες συνθήκες και νέες προκλήσεις. Υπερασπίστηκε την προσπάθεια των εκπαιδευτικών, λέγοντας ότι δεν υπάρχει σήμερα συνάδελφος που να μη συμμετέχει σε επιμορφώσεις και να μην αναζητά τρόπους καλύτερης διαχείρισης τέτοιων καταστάσεων. Ξεκαθάρισε, επίσης, ότι οι κανόνες στο σχολείο υπάρχουν και τίθενται από την πρώτη μέρα, ενώ αναφέρθηκε και στις δράσεις μετάβασης από το δημοτικό στο γυμνάσιο και από το γυμνάσιο στο λύκειο, ακριβώς για να μην αφήνονται τα παιδιά να περνούν από τη μία βαθμίδα στην άλλη χωρίς στήριξη.
Το πιο ουσιαστικό σημείο του κλεισίματός της, ήταν ίσως το πιο απλό: όταν ένας γονιός δεχθεί ένα τηλεφώνημα από το σχολείο για το παιδί του, δεν χρειάζεται να το δει ως κατηγορία αλλά ως ευκαιρία παρέμβασης. «Να είναι ανοιχτοί οι γονείς, να παρατηρούν το καθετί, να συζητούν, να έρθουν στο σχολείο να ζητήσουν βοήθεια», είπε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι ακόμη κι όταν το σχολείο δεν μπορεί από μόνο του να δώσει λύση, μπορεί να παραπέμψει σε ειδικούς. Η φράση με την οποία έκλεισε η συζήτηση, ήταν ίσως η πιο καθαρή αποτύπωση του κλίματος που επιχειρήθηκε να χτιστεί: οι γονείς δεν είναι μόνοι τους, αρκεί να αποφασίσουν να μη μένουν και μόνοι απέναντι στο πρόβλημα.
Αυτό που μένει, μετά τη δημόσια προβολή των βίντεο και τη συζήτηση που ακολούθησε, δεν είναι απλώς η εικόνα ενός σοκαρισμένου τόπου. Είναι η επίγνωση ότι, η βία μεταξύ ανηλίκων δεν είναι ένα στιγμιαίο ξέσπασμα, ούτε ένα θέμα που αντιμετωπίζεται με κραυγές, στιγματισμό ή αποποίηση ευθυνών. Είναι ένα σύνθετο κοινωνικό σύμπτωμα, που περνά μέσα από τις οικογένειες, τα σχολεία, τις οθόνες, τις παρέες, τα πρότυπα και τη γενικότερη ποιότητα της δημόσιας ζωής. Και ακριβώς γι’ αυτό, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη. Χρειάζεται εγρήγορση, συνεργασία, σταθερότητα και μια κοινωνία που να έχει το θάρρος να κοιτάξει το πρόβλημα χωρίς, ούτε να το ωραιοποιεί ούτε να το μετατρέπει σε θέαμα.


