Πως πυροδοτήθηκε η κρίση με τους χιλιάδες μετανάστες που πέρασαν στην Ισπανία μέσω Μαρόκου

Αντιμέτωπη με μια κρίση απρόβλεπτων διαστάσεων βρίσκεται η Ισπανία μετά τη μαζική, ανεξέλεγκτη εισροή χιλιάδων ανθρώπων (κυρίως Μαροκινών) στη Θέουτα, τον ισπανικό θύλακα στα βόρεια παράλια της Αφρικής, που ξεκίνησε την Πέμπτη 30 Ιουλίου. Τουλάχιστον 19 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην προσπάθειά τους να φτάσουν σε ευρωπαϊκό έδαφος, οι δομές υποδοχής κατέρρευσαν και η κυβέρνηση κινητοποίησε τον στρατό, ενώ η κρίση εξαπλώθηκε και στη Μελίγια, τον δεύτερο ισπανικό θύλακα στη Βόρεια Αφρική. Βίντεο και φωτογραφίες από τη μεθόριο δείχνουν πλήθη ανθρώπων να κινούνται γύρω από τους κυματοθραύστες της παραλίας Ταραχάλ, να περνούν κολυμπώντας ή με αυτοσχέδια μέσα και να καταλήγουν στους δρόμους μιας πόλης 85.000 κατοίκων, η οποία τις τελευταίες ημέρες ζει σκηνές χάους, με περισσότερους από 20.000 μετανάστες να υπολογίζεται ότι έχουν περάσει τα σύνορα τις τελευταίες μέρες.

Η κλιμάκωση μέχρι την ανεξέλεγκτη εισροή

Η κρίση δεν εκδηλώθηκε ξαφνικά. Την εβδομάδα πριν από τη μαζική εισροή της Πέμπτης, περισσότεροι από 1.500 άνθρωποι είχαν ήδη φτάσει στη Θέουτα, με ρυθμό περίπου 200 αφίξεων ημερησίως, κυρίως κολυμπώντας. Σύμφωνα με το ισπανικό Υπουργείο Εσωτερικών, οι παράτυπες χερσαίες είσοδοι στη Θέουτα αυξήθηκαν κατά 149% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025: από 1.133 μεταξύ Ιανουαρίου και 15 Ιουλίου 2025, σε 2.826 φέτος.

Ο πρόεδρος της Θέουτα, Χουάν Χεσούς Βίβας (Λαϊκό Κόμμα), προειδοποιούσε εδώ και ημέρες ότι το σύστημα υποδοχής είχε καταρρεύσει: τα κέντρα φιλοξενίας ανηλίκων λειτουργούσαν σε πληρότητα 2.400% της χωρητικότητάς τους, το κέντρο προσωρινής διαμονής ενηλίκων είχε κλείσει τις πόρτες του και εκατοντάδες άνθρωποι κοιμούνταν στους δρόμους. Ήδη από την Τετάρτη κήρυξε «απόλυτη ανθρωπιστική και κοινωνική κατάσταση έκτακτης ανάγκης» και ζήτησε αποστολή στρατού. Η κυβέρνηση αρχικά απέρριψε το αίτημα, απαντώντας ότι η μεταναστευτική νομοθεσία δεν προβλέπει κήρυξη εθνικής έκτακτης ανάγκης για μεταναστευτικές ροές. Η ανάπτυξη στρατού ανακοινώθηκε τελικά οκτώ ώρες αργότερα, όταν η κατάσταση είχε ήδη εκτραχυνθεί δραματικά, με μόλις 55 στελέχη αστυνομίας και ακτοφυλακής να αντιμετωπίζουν χιλιάδες ανθρώπους.

Την Παρασκευή 31 Ιουλίου, ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ μετέβη στη Θέουτα, ενώ η κρίση εξαπλώθηκε και στη Μελίγια: περίπου 400 μετανάστες εισήλθαν στον δεύτερο ισπανικό θύλακα, αναγκάζοντας τις αρχές να κλείσουν τον συνοριακό σταθμό ελέγχου Μπένι Ενσάρ.

Η δικαστική απόφαση που έγινε «παράθυρο ευκαιρίας»

Σημαντικός παράγοντας πυροδότησης της κρίσης θεωρείται η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ισπανίας, που εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου. Σύμφωνα με αυτήν, οι λεγόμενες «άμεσες επαναπροωθήσεις» μπορούν να εφαρμόζονται μόνο σε όσους επιχειρούν να παραβιάσουν τους χερσαίους συνοριακούς φράχτες. Αντίθετα, όσοι φτάνουν κολυμπώντας ή εντοπίζονται στη θάλασσα πρέπει να υπάγονται στις κανονικές διαδικασίες της μεταναστευτικής νομοθεσίας, πράγμα που μπορεί να σημαίνει μήνες αναμονής.

Η απόφαση αυτή, σύμφωνα με τις ισπανικές αρχές, διαδόθηκε στα κοινωνικά δίκτυα και σε δίκτυα διακινητών ως σήμα ότι κανείς δεν θα επιστρεφόταν αμέσως αν έφτανε κολυμπώντας. Το ισπανικό Υπουργείο Εσωτερικών κατηγορεί δίκτυα εμπορίας ανθρώπων ότι εκμεταλλεύτηκαν τη δικαστική απόφαση για να ενθαρρύνουν ταυτόχρονες μαζικές διελεύσεις. Αξιοσημείωτο, πάντως, είναι ότι μετανάστες που μίλησαν στην El País δήλωσαν πως δεν είχαν ακούσει ποτέ για τη συγκεκριμένη δικαστική απόφαση. Σε συνδυασμό με τις ευνοϊκές θερινές συνθήκες (η μικρή θαλάσσια απόσταση ανάμεσα στις μαροκινές ακτές και τη Θέουτα καθιστά τους καλοκαιρινούς μήνες ιδανικούς για τέτοιες απόπειρες), δημιουργήθηκε ένα εκρηκτικό μείγμα.

Η ισπανική αντιπολίτευση αξιοποιεί πολιτικά την κρίση

Στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο, η κρίση εντείνει πιέσεις που η κυβέρνηση Σάντσεθ δέχεται εδώ και μήνες. Τον Απρίλιο, η κυβέρνηση ξεκίνησε πρόγραμμα νομιμοποίησης περίπου μισού εκατομμυρίου μεταναστών χωρίς άδεια διαμονής, πρόγραμμα που ο Σάντσεθ χαρακτήρισε «πράξη εξομάλυνσης» για ανθρώπους που ήδη ζουν και εργάζονται στην Ισπανία. Η δεξιά αντιπολίτευση (Λαϊκό Κόμμα) συνδέει αυτήν ακριβώς τη μεταρρύθμιση με τις παράτυπες αφίξεις, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι εκπέμπει μήνυμα ανοχής. Στο πλαίσιο αυτό, κατέθεσε αίτημα τροποποίησης του νόμου περί μετανάστευσης ώστε οι «άμεσες επαναπροωθήσεις» να εφαρμόζονται και στις θαλάσσιες αφίξεις.

Η κυβέρνηση αντιτείνει ότι ο μαζικός χαρακτήρας των διελεύσεων δεν αποτελεί μέρος, ούτε συνέπεια, της μεταναστευτικής πολιτικής της. Ο Λευκός Οίκος, πάντως, τάχθηκε ανοιχτά με τη θέση της ισπανικής δεξιάς: η αναπληρώτρια εκπρόσωπος τύπου Άνα Κέλι δήλωσε ότι η Ισπανία οφείλει να αλλάξει κατεύθυνση σε ό,τι αφορά τις μεταναστευτικές πολιτικές, σε αντίθετη περίπτωση αντιμετωπίζει «ζοφερό μέλλον».

Η στάση του Μαρόκου: εγκληματικές οργανώσεις ή διπλωματική πίεση;

Η μαροκινή κυβέρνηση απορρίπτει κατηγορηματικά τις υπόνοιες ότι χαλάρωσε σκοπίμως τους συνοριακούς ελέγχους. Η πρεσβεία του Μαρόκου στη Μαδρίτη, μέσω δηλώσεων στο πρακτορείο Europa Press, απέδωσε τις μαζικές αφίξεις σε «εγκληματικές οργανώσεις» που εκμεταλλεύονται ευάλωτους ανθρώπους, τονίζοντας ότι η συνεργασία Μαρόκου-Ισπανίας στο μεταναστευτικό είναι «υποδειγματική» και ότι «το Μαρόκο ούτε ενθαρρύνει ούτε διευκολύνει την παράτυπη μετανάστευση».

Ωστόσο, πηγές της ισπανικής Πολιτοφυλακής (Guardia Civil) που μίλησαν στην El Mundo δίνουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Σύμφωνα με αυτές, οι ισπανικές αρχές γνώριζαν εδώ και ημέρες ότι χιλιάδες νέοι κατέφθαναν στη μεθόριο από κάθε γωνιά του Μαρόκου, αλλά οι μαροκινές αρχές δεν ενήργησαν για να τους αποτρέψουν, σε αντίθεση με ό,τι κάνουν συνήθως. Η ίδια πηγή χρησιμοποίησε τη λέξη «ανοχή» και υπενθύμισε ότι κάτι ανάλογο συνέβη και το 2021. Τότε, τον Μάιο, η μαροκινή κυβέρνηση χαλάρωσε τους συνοριακούς ελέγχους και περίπου 8.000-10.000 άνθρωποι πέρασαν στη Θέουτα μέσα σε δύο ημέρες, σε αντίποινα για τη φιλοξενία του ηγέτη του Πολισάριο, Μπραχίμ Γκαλί, σε ισπανικό νοσοκομείο. Η κρίση εκείνη αποκλιμακώθηκε μόνο αφού ο Σάντσεθ αναθεώρησε τη θέση της Ισπανίας για τη Δυτική Σαχάρα και συναντήθηκε, τον Μάρτιο του 2022, με τον βασιλιά Μοχάμεντ ΣΤ΄.

Αυτή τη φορά, αναλυτές εστιάζουν σε διαφορετικό γεωπολιτικό ερέθισμα: την επίσκεψη Σάντσεθ στο Αλγέρι στις 20 Ιουλίου, μόλις δέκα ημέρες πριν από τη μαζική εισροή. Ο Ισπανός πρωθυπουργός επιχείρησε εκεί να αποκαταστήσει τις σχέσεις με την Αλγερία (μεγάλο προμηθευτή φυσικού αερίου), οι οποίες είχαν διαρραγεί από το 2022 ακριβώς λόγω της ισπανικής στροφής υπέρ του Μαρόκου στο ζήτημα της Δυτικής Σαχάρας. Το Ραμπάτ ενδέχεται να ερμήνευσε αυτή την κίνηση ως απόπειρα «ισορρόπησης» ανάμεσα στους δύο βορειοαφρικανικούς αντιπάλους, σήμα ότι η Μαδρίτη δεν δεσμεύεται αποκλειστικά στη μαροκινή πλευρά.

Αντιδράσεις σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο

Η κρίση δεν έμεινε εντός ισπανικών συνόρων. Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι απείλησε ανοιχτά με αναστολή της συμφωνίας Σένγκεν για την Ισπανία, προκαλώντας οξεία αντίδραση από τη Μαδρίτη: ο Ισπανός υπουργός Εξωτερικών Χοσέ Μανουέλ Αλμπάρες κάλεσε τον Ιταλό πρέσβη και κατήγγειλε δηλώσεις «ακατάλληλες για υπουργό Εξωτερικών μιας φίλης χώρας». Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες ζήτησε σεβασμό των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας όσων φτάνουν στη Θέουτα, ενώ ο Ευρωπαίος Επίτροπος Μετανάστευσης πρόσφερε ενίσχυση μέσω Frontex.

Στη Θέουτα, ωστόσο, η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη: το κέντρο φιλοξενίας λειτουργεί πέρα από κάθε όριο χωρητικότητας, φορτηγά απορριμμάτων κλήθηκαν για να αντιμετωπίσουν τη συσσωρευμένη ακαθαρσία, μία μόνο βρύση νερού εξυπηρετεί εκατοντάδες ανθρώπους και οι ανήλικοι ασυνόδευτοι μετανάστες αυξήθηκαν σε δέκα ημέρες από 180 σε 570. Μέλος του Μαροκινού Συλλόγου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη βόρεια χώρα, μιλώντας στο AP, περιέγραψε την κατάσταση ως «εξαιρετική», σημειώνοντας ότι τα σύνορα άνοιξαν υπό ασυνήθιστες συνθήκες.

Last Updated on 2 μήνες ago by energinews admin

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Oldest
Newest Most Voted